tromaktiko: Αγαπούλα…. πούλα…!

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Αγαπούλα…. πούλα…!



του Πασχάλη Τσολάκη
Μετά τη διαφήμιση αρχίζει το έργο…

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γυναίκα που την λέγανε Ελλάδα. Ζούσε με τα παιδιά της σε ένα πανέμορφο σπίτι δίπλα στην θάλασσα. Λίγο πιο πάνω άρχιζε ένα πανέμορφο δάσος. Τα είχανε όλα.
Δεν τους έλειπε τίποτα. Παίζανε, γελούσανε, τραγουδούσανε τα παιδιά κι η μητέρα ένιωθε ικανοποιημένη και χαρούμενη που ήταν ευτυχισμένα.

Η θάλασσα γεμάτη νησιά, βαρκούλες και καράβια, μικρά και μεγάλα. Το δάσος γεμάτο πηγές, νερά και ποτάμια. Χρυσό και μάλαμα που λένε οι χωρικοί.

Κι ύστερα κάποιοι το βάλανε στο μάτι το κουκλίστικο σπιτάκι. Ξέρανε αυτοί. Πολύ το ασημικό που κατείχε το σπίτι. Ξαφνικά άρχισαν να κατηγορούν την μάνα ότι δεν ήταν καλή νοικοκυρά και τα παιδιά της, άτακτα, κακά, τεμπέλικα. Μόνο μάμ…κακά.. και νάνι….

Ζήτησαν από τους κηδεμόνες της κυράς και των παιδιών να υπογράψουν ένα χαρτί, μνημόνιο το λέγανε και όλα θα τα αναλάμβαναν αυτοί και θα βάζανε σε τάξη την οικογένεια και τα οικονομικά της!!

Κι ήρθαν μια μέρα τρεις καλοντυμένοι, ειδήμονες ο τίτλος τους, να βάλουνε τάξη. Τους είδαν τα κορίτσια και χασκογελούσαν. Σαν πουστράκια πολυτελείας είναι, είπε γελώντας σιγανά η μία. Την άκουσε ένα αγόρι και φώναξε δυνατό. Ντιντίδες είναι δεν τους βλέπεις;

Πέρασε λίγος καιρός και τα πράγματα στο σπίτι ζόρισαν. Μαμά το γάλα μου, φώναζαν τα παιδιά. Τελείωσε παιδί μου, απαντούσε η μάνα! Δεν έχουμε άλλο! Μαμά το σάντουιτς να πάω σχολείο. Δεν υπάρχει πια σάντουιτς παιδί μου! Μαμά θέλω καινούργιο τετράδιο. Δεν υπάρχουν πια τετράδια παιδί μου! Μαμά πονάει η κοιλιά μου, να πάμε στο γιατρό. Έκλεισε το νοσοκομείο παιδί μου! Κόρη μ’ τα φάρμακα μ’, πέθανα στον πόνο. Δεν υπάρχουν πια χάπια πατέρα!

Αγαπούλα…. ξεπούλα….!!!

Άρχισαν τότε λα λιγοστεύουν τα νησιά, τα καράβια, να λιγοστεύουν οι πηγές και τα ποτάμια, να σπανίζει το νερό. Το σπίτι χωρίς ρεύμα και θέρμανση.

Κι η μάνα έβλεπε τα παιδιά να βρίζουν, ύστερα να κλαίνε και στο τέλος να μαραζώνουν.

Αγαπούλα….το πιστόλι…!

Χα! Χα! Χα! Αρχίζει να χαχανίζει το διαολάκι.

Σκάσε και σύ πια του λέει η γυναίκα. Να πας στον πατέρα σου το διάολο. Δεν θα βρω το πιστόλι…..

Για αυτό χαχανίζω χαζούλα. Πρώτα τα όπλα σου παίρνουν αυτοί κι ύστερα όλα τα άλλα! Για μακάκες τους πέρασες!!!

Καθώς απομακρύνονταν χοροπηδώντας το διαβολάκι φώναζε…

Αγαπούλα... Ξεπούλα τώρα το κορμί σου. Αυτό σου έμεινε!

Το παραμύθι όμως δεν τελείωσε….! Ο Έλληνας, ο ήρωας του παραμυθιού σε απρόβλεπτη ώρα θα φανεί!!!
     



Εδώ σχολιάζεις εσύ!