tromaktiko: «Γδάρτης» για την οικονομία ο Μάρτιος με ένα νέο ναυάγιο

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

«Γδάρτης» για την οικονομία ο Μάρτιος με ένα νέο ναυάγιο



«Αν χάσουμε και τον Μάρτιο, μπαίνουμε σε ναρκοπέδιο» προειδοποιεί κορυφαίος ξένος αξιωματούχος στη σκιά του... αδιεξόδου που επικρατεί επί του παρόντος για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Με όλα τα σενάρια ανοικτά και όλους τους παίκτες να κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους, η οικονομία πατά σε κινούμενη άμμο, με φόντο τις θυελλώδεις συνθήκες που επικρατούν στο παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό και τον αδιαπραγμάτευτο όρο που θέτει ο Β. Σόιμπλε και άλλοι στην ευρωζώνη, για εμπλοκή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα.

Μάλιστα τεχνοκράτες εντός και εκτός Ελλάδας προειδοποιούν σε κάθε τόνο πως στο σενάριο σημαντικών καθυστερήσεων -πέραν δηλαδή του Μαρτίου- ενισχύει αυτόματα τη δυναμική αποσταθεροποίησης στην οικονομία στη σκιά του οξύτατου -και άλυτου ακόμη- προβλήματος των κόκκινων δανείων και της αβεβαιότητας για το πόσο ισχυρή θα αποδειχθεί φέτος η ανάπτυξη. «Είναι διαφορετικό να χάνουμε ένα τρίμηνο λόγω καθυστερήσεων στην αξιολόγηση και άλλο να κινδυνεύσουμε να χάσουμε ένα εξάμηνο» λένε παράγοντες της αγοράς, παρακολουθώντας με αγωνία τις εξελίξεις.

Έντονος παραμένει άλλωστε ο προβληματισμός στους κύκλους των αναλυτών και για το εάν η Ελλάδα θα επωφεληθεί τελικά από την ένταξη των ομολόγων στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ. Ήδη το πρώτο ορόσημο της 9ης Μαρτίου -που συνεδριάζει το εκτελεστικό συμβούλιο της ΕΚΤ απομακρύνεται, οι ελπίδες μετατίθενται για την 20η Απριλίου, στο καλό σενάριο.


D - day, τη Δευτέρα
Αφετηρία για τις αλυσιδωτές εξελίξεις που επίκεινται στο μέτωπο της ελληνικής αξιολόγησης, θεωρείται η Δευτέρα: Το ΔΝΤ δημοσιοποιεί την έκθεση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, η οποία πάντως, εκτιμούν ξένοι παράγοντες, δεν θα κρύβει σοβαρές εκπλήξεις. «Η έκθεση δεν λέει κάτι που δεν γνωρίζουμε ήδη» σχολιάζει χαρακτηριστικά πηγή κοντά στις διαπραγματεύσεις, που θεωρεί, δύσκολο στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΝΤ τη Δευτέρα να προκύψουν ξεκάθαρες αποφάσεις για τη στάση του Ταμείου.

Παραδέχεται δε πως με τα σημερινά δεδομένα θα παραμείνει δύσκολο για τις ελληνικές αρχές και το Ταμείο να επιτύχουν συμφωνία για τα στοιχεία ενός προγράμματος το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει το ΔΝΤ, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών και του εργασιακού. Υπό αυτό το πρίσμα οι καθυστερήσεις είναι πιθανές και το κρίσιμο ερώτημα εντός και εκτός Ελλάδας είναι πόσο εύκολο θα αποδειχθεί να γίνουν, κυρίως από την Αθήνα επαρκείς παραχωρήσεις, που θα καταφέρουν να οδηγήσουν τα πράγματα σε μια συμφωνία, το αργότερο έως τα μέσα Μαρτίου.

Για το Ταμείο το ελληνικό πρόγραμμα παραμένει αυτό που οι Αγγλοσάξονες χαρακτηρίζουν «dirty job» («βρώμικη δουλειά») και με βάση μια στεγνή ανάλυση κόστους -ωφέλειας η απεμπλοκή θα ήταν επιθυμητό σενάριο. Ωστόσο τέτοιας εμβέλειας αποφάσεις είναι σαφές πως περνούν από το πολιτικό φίλτρο. Ειδικά στην τρέχουσα περίοδο που το θερμόμετρο βρίσκεται στα ύψη τόσο στο εσωτερικό της ευρωζώνης με την άνοδο των λαϊκιστών και ενόψει μιας δύσκολης εκλογικής αναμέτρησης για το κόμμα της Αγκ. Μέρκελ όσο και στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και το νέο καθεστώς της Προεδρίας Τραμπ. Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση πριν ξεκαθαρίσει την απόσταση που προτίθεται να διανύσει για να επιτευχθεί συμφωνία, τηρεί στάση αναμονής, περιμένοντας τι έχει να πει το Ταμείο τη Δευτέρα και ποια θα είναι η αντίδραση των ευρωπαϊκών θεσμών σε αυτή, ενώ στο παρασκήνιο το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται εναλλακτικές με συμβιβαστικά πακέτα μέτρων. Κομβικό σημείο θεωρείται η ερχόμενη Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου, που αναμένεται να συνεδριάσει το EuroWorkingGroup, προκειμένου να αποτιμήσει την κατάσταση που διαμορφώνεται και να κρίνει εάν υπάρχουν επαρκείς προϋποθέσεις για να επιστρέψει η τρόικα στην Αθήνα.

Ήδη πάντως τόσο η ευρωπαϊκή πλευρά των θεσμών όσο και το Ταμείο έχουν διαμηνύσει πως δεν υπάρχει λόγος επιστροφής εάν η Αθήνα δεν συναινέσει στο να νομοθετήσει προληπτικά κάποια μέτρα, με ισχύ μετά το 2018, το εύρος των οποίων -και οι κρίσιμες διατυπώσεις- θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Πάντως με τα σημερινά δεδομένα η προοπτική άμεσης επιστροφής των θεσμών δεν είναι εύκολη και το ορόσημο της 20ης Φεβρουαρίου για ολοκλήρωση μιας συμφωνίας θεωρείται υπεραισιόδοξος στόχος, αφού πρακτικά ακόμη και εάν όλα πάνε καλά τα περιθώρια θα είναι ιδιαίτερα ασφυκτικά.

Όλες οι πλευρές, στο ιδανικό σενάριο, θα έχουν περίπου 10 μέρες στη διάθεση τους για να ολοκληρώσουν μια συμφωνία. Έτσι, περισσότερο πιθανή φαντάζει τώρα η επίτευξη μιας συμφωνίας στο Eurogroup της 20ης Μαρτίου, μετά τις Ολλανδικές εκλογές στις 15 Μαρτίου, και το νέο αυτό ορόσημο θεωρείται πως είναι χρονικά, ελάχιστα πια εντός του ορίου ασφαλείας. Πρέπει να σημειωθεί πως ο πρώτος εκλογικός γύρος στη Γαλλία είναι στις 23 Απριλίου και ο δεύτερος στις 7 Μαίου, κάτι που πρακτικά σημαίνει πως από τις αρχές Απριλίου, τα πράγματα ζορίζουν εάν έως τότε δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία.

Από την πλευρά της η Αθήνα επεξεργάζεται συμβιβαστικές προτάσεις
Μέτρα εδώ και τώρα ζητούν οι δανειστές

Το θέμα είναι τι είναι διατεθειμένη να νομοθετήσει, προκαταβολικά, η κυβέρνηση για να ικανοποιηθούν, σε έναν τουλάχιστο βαθμό οι απαιτήσεις του ΔΝΤ και να καταστεί δυνατή η εμπλοκή του, με κάποιο τρόπο στο ελληνικό πρόγραμμα. Δεν είναι τυχαία η έντονη κινητικότητα που καταγράφηκε την τελευταία εβδομάδα, και το ραντεβού του Πολ Τόμσεν με το Β. Σόιμπλε στο Βερολίνο, με βασικό «μενού» και την Ελλάδα. Οι θέσεις του Ταμείου, είναι συγκεκριμένες. Θέλει μέτρα 4,5 δισ. ευρώ, και μένει να φανεί εάν στο σημείο αυτό θα υπάρξει κάποια υποχώρηση στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, δραστική μείωση στο αφορολόγητο στις 5.000 ευρώ, περικοπές συντάξεων, ενώ επιμένει σε χαμηλότερους στόχους για τα πλεονάσματα και ζητεί από την Ευρώπη σαφέστερες δεσμεύσεις για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Από την πλευρά της η Αθήνα φέρεται να επεξεργάζεται συμβιβαστικές προτάσεις, εφόσον από την άλλη πλευρά υπάρξουν κάποιες παραχωρήσεις, ειδικά στα εργασιακά και στο ύψος των μέτρων. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται τα σενάρια για μείωση του αφορολογήτου, μετά το 2018, και αναμόρφωση του πλαισίου του "κόφτη" τα οποία όμως θα πρέπει να νομοθετηθούν προκαταβολικά. Το ελληνικό δημόσιο δεν αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας έως τον Απρίλιο, αλλά από εκεί και μετά χωρίς ομαλή ροή δόσεων, θα περνάμε σταδιακά σε κόκκινη ζώνη. Ανυπέρβλητο εμπόδιο παραμένει η αποπληρωμή 7,4 δισ. ευρώ στα μέσα Ιουλίου, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος αφορά σε αποπληρωμή ομολόγων προς την ΕΚΤ. Ποσό όμως της τάξης των 2,2 δισ. αφορά σε αποπληρωμή ομολόγων που είχαν εκδοθεί το καλοκαίρι του 2014, και τα οποία χρωστά το δημόσιο στην αγορά.

Της Ελευθερίας Αρλαπάνου
Πηγή: Ημερησία 
     

loading...


Εδώ σχολιάζεις εσύ!