tromaktiko: Οι πολίτες του κόσμου που αισθάνονται χωρίς πατρίδα

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Οι πολίτες του κόσμου που αισθάνονται χωρίς πατρίδα



Έπειτα από 15 χρόνια ζωής «στον δρόμο», που την οδήγησε σε Ιαπωνία, Σιγκαπούρη και Αυστραλία, η Έλεν Μαφίνι αισθάνθηκε ότι είχε φτάσει η ώρα να επιστρέψει...
στο σπίτι της, στον Καναδά. Χρειάστηκε όμως ελάχιστος χρόνος για να διαπιστώσει ότι η απόφαση που πήρε ήταν τελικά λάθος.

«Επιστρέψαμε στον Καναδά το 2013 γιατί θεωρήσαμε ότι θέλαμε να κατασταλάξουμε κάπου. Συνειδητοποιήσαμε έπειτα από έναν χρόνο ότι δεν μπορούσαμε. Δυσκολευόμουν να προσαρμοστώ, τα πάντα τα αισθανόμουν διαφορετικά, τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ. Βρίσκαμε τον χειμώνα πολύ δύσκολο και ήταν πολύ ήσυχα σε σύγκριση με τα μέρη που ζούσαμε πριν».

Η 46χρονη σύμβουλος εκπαίδευσης αποφάσισε, λοιπόν, να ετοιμάσει και πάλι βαλίτσες και να μετακομίσει στην Καμπότζη, όπου ο σύζυγός της, ένας ιταλός σεφ, βρήκε δουλειά.

Ύστερα από χρόνια ζωής σε ξένα μέρη, η επιστροφή στο «σπίτι» αποδεικνύεται για αρκετούς ανθρώπους δύσκολη και απομονωτική. Οι μεγάλες αυτές απουσίες μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στην αίσθηση της ταυτότητας ενός ατόμου, ένα συναίσθημα που ενισχύεται από τη διάρκεια της απουσίας και τη μικρή συχνότητα των επισκέψεων στην πατρίδα, δηλώνει ο ψυχολόγος ο Νίκολα ΜακΚάφρεϊ στο BBC.

Άνθρωποι που απουσιάζουν για καιρό από την πατρίδα τους, δυσκολεύονται, όταν επιστρέφουν, να προσαρμοστούν στη νέα τους ζωή στο παλιό τους σπίτι και παλεύουν με το «αντίστροφο πολιτισμικό σοκ» ή «σοκ επιστροφής», όπως αποκαλείται. Σε ορισμένες περιπτώσεις, επιστρέφουν στον δρόμο, μη μπορώντας να ξαναρχίσουν τη ζωή τους από εκεί που την άφησαν όταν έφυγαν από την πατρίδα.

«Όσο πιο πολύ λείπω, τόσο λιγότερο αισθάνομαι συνδεδεμένη με οποιαδήποτε εθνικότητα», λέει η Μαφίνι, η οποία έχει διπλή βρετανο-καναδική υπηκοότητα.

Home sweet home

Η 46χρονη Μαφίνι δεν είναι η μοναδική που βιώνει το αγχωτικό και περίεργο για πολλούς αυτό συναίσθημα του να μην ανήκεις κάπου. Ήταν αρκετοί οι αναγνώστες του βρετανικού BBC, που σχολιάζοντας ένα σχετικό δημοσίευμά του, αποφάσισαν να μοιραστούν τη δική τους εμπειρία της ζωής ανά τον κόσμο και της δυσκολίας προσαρμογής στην προσπάθεια επιστροφής στο «σπίτι» έπειτα από μακρά απουσία.

Η Γουέντι Σκροκ, σε ένα σχόλιό της στο Facebook, αναφέρθηκε στο φαινόμενο «αντίστροφο πολιτισμικό σοκ». «Υπάρχει κατά κάποιο τρόπο η αίσθηση ότι είσαι άστεγος. Η αίσθηση ότι ποτέ δεν είσαι σπίτι πουθενά είναι πολύ αληθινή», έγραψε.

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι και που αναφέρθηκαν και στον απογοητευτικό τους αγώνα να «ριζώσουν» και πάλι με την επιστροφή τους σπίτι. Ο Πιτ Τζόουνς, ο οποίος εγκατέλειψε τη Βρετανία το 2000 για να ζήσει στη Δανία, την Ολλανδία και την Ελβετία, έγραψε: «Απολαμβάνω να επιστρέφω για λίγες ημέρες και μετά αισθάνομαι την ανάγκη να φύγω. Δεν είναι το σπίτι μου πια». «Δεν νομίζω ότι θα αισθανθώ ποτέ Ελβετός, αλλά απολαμβάνω τη ζωή μου εδώ. Ειλικρινά, δεν ξέρω ποιο είναι το σπίτι μου πια», συμπλήρωσε.

Η επιστροφή και η δύσκολη προσαρμογή

Για άλλους, ήταν οι αντιδράσεις των ανθρώπων που υποτίθεται ότι βρίσκονταν πιο κοντά τους, που έκαναν την επιστροφή μια μοναχική και δύσκολη εμπειρία. «Επιστρέφοντας σπίτι στις ΗΠΑ έπειτα από 26 χρόνια στην Αυστραλία, ήταν ένα σοκ», σημείωσε ο Μπρους Φίλιξ.

Μετά από 20 χρόνια στην Αμερική, η Μέρι Σου Κόνελι αισθάνθηκε ότι της συμπεριφέρθηκαν σαν ξένη όταν επέστρεψε στην Ιρλανδία. «Έχω αλλάξει και, σαν αποτέλεσμα, αισθάνομαι να μου βάζουν ταμπέλα», έγραψε.

Η Άλισον Λι έχει επιστρέψει στην Αυστραλία εδώ και τρία χρόνια έπειτα από έξι χρόνια στη Λατινική Αμερική και το Λονδίνο. «Παίρνει πολύ περισσότερο καιρό να κάνεις φίλους… και κανείς δεν θέλει να ακούσει τις ιστορίες σου», λέει.

Μια άλλη γυναίκα από το Χονγκ Κονγκ, πάλι, ακόμη βιώνει πολιτισμικό σοκ, κάθε καλοκαίρι που επισκέπτεται τη γενέτειρά της. Όπως σημειώνει, «κάθε φορά που επιστρέφω αισθάνομαι ότι έχω μείνει πίσω στον χρόνο και ότι είμαι η μοναδική που ζω ακόμη στο παρελθόν».

Έπειτα λοιπόν από μια μεγάλη απουσία, πώς προσαρμόζεσαι ξανά; Ορισμένοι έχουν δοκιμάσει λύσεις απλές και πρακτικές. «Απέφυγε την επιστροφή σε μια παρόμοια δουλειά, στην ίδια περιοχή και με τους ίδιους ανθρώπους αν μπορείς», συμβουλεύει ο βρετανός Τζον Σίμπσον.

Η Βέσνα Τόμας, η οποία επαναπατρίστηκε στο Σίδνεϊ ύστερα από 16 χρόνια στις ΗΠΑ και τη Σιγκαπούρη, δυσκολεύτηκε σημαντικά να κάνει φίλους, σε ηλικία 40+ ετών. Αποφάσισε κάποια στιγμή να ξεκινήσει μια λέσχη ανάγνωσης, εργαζόταν part time και ήταν εθελόντρια σε ένα σχολείο. «Το αστείο είναι ότι όλοι οι φίλοι μου από τη λέσχη ανάγνωσης είναι άνθρωποι που έζησαν χρόνια στο εξωτερικό. Ελκόμαστε γιατί γνωρίζουμε τι βιώνουμε».

Για άλλους, η επιστροφή στην πατρίδα ήταν απλώς σαν άλλη μια νέα ζωή σε μια ξένη χώρα. «Αποφάσισα να αντιμετωπίσω την εμπειρία του επαναπατρισμού μου σαν να πήγαινα σε μια άλλη χώρα, παρόλο που ήταν ένα περισσότερο οικείο μέρος τη γλώσσα του οποίου γνώριζα. Αυτό με βοήθησε να προσαρμοστώ», ανέφερε η Κατρίνα Γκόνερμαν.

«Λείπω 30 χρόνια από τις ΗΠΑ και όποτε επιστρέφω, τις αντιμετωπίζω σαν μια ξένη χώρα», λέει ο Μαρκ Σεμπάστιαν Ορ.

«Αισθάνομαι ότι είμαι πολίτης του κόσμου και είμαι περήφανη»

Υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν ότι η επιστροφή και η προσαρμογή στην πατρίδα είναι μεν δύσκολη, αλλά όχι και απαραίτητη. Η Νικόλ Τζόουνς έχει τρία διαβατήρια και έχει ζήσει σε πέντε χώρες. «Δεν έχω τρέλα με κανένα μέρος και μπορώ να δω καθαρά τα θετικά και τα αρνητικά καθένα από αυτά. Αισθάνομαι ότι είμαι πολίτης του κόσμου και είμαι περήφανη».

«Δεν επανεντάσσεσαι. Συνειδητοποιείς ότι έχοντας ζήσει τόσες διαφορετικές κουλτούρες, η προσωπικότητά σου και ο τρόπος σκέψης σου έχει αλλάξει και, προσπαθώντας να προσαρμοστείς σε αυτό που ήσουν πριν φύγεις, είναι ένα λάθος που παραβλέπει την προσωπική ανάπτυξη που έχει επιτύχει», σχολίασε η Πάολα Αλβάρες Κουσέιρο.

Για πολλούς από τους παραπάνω ανθρώπους, ο προσδιορισμός της πατρίδας και της ταυτότητάς τους της εθνικής δεν είναι κάτι το απολύτως ξεκάθαρο. Κι ενώ υπάρχουν εκείνοι που προσπαθούν να επανακτήσουν αυτή την ταυτότητα, επιστρέφοντας, άλλοι αυτοαποκαλούν τους εαυτούς τους πολίτες του κόσμου…

Η περίπτωση των παιδιών

Υπάρχει και η περίπτωση των παιδιών, των Third Culture Kids (TCK), σύμφωνα με τον όρο που υιοθέτησε η αμερικανίδα κοινωνιολόγος Ρουθ Χιλ Γιουσίμ για να περιγράψει τα παιδιά εκείνα που έζησαν πολλά χρόνια στο εξωτερικό.

Η έρευνά της ξεκίνησε με αφορμή την εμπειρία των δικών της παιδιών που μεγάλωσαν στην Ινδία, ενώ εργαζόταν εκεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Ένας τυπικό τέτοιο παιδί θα τείνει να έχει πολλαπλές απαντήσεις στην ερώτηση «από πού είσαι;», φίλους από αρκετές χώρες και, συχνά, την ικανότητα να μιλά περισσότερες από μία γλώσσες.

Η Μαφίνι περιγράφει τα παιδιά της ως «ελαστικά» και σημειώνει πως θα δυσκολεύονταν να προσδιορίσουν την ιδέα της πατρίδας. Η ίδια έχει γράψει ένα βιβλίο, προκειμένου να βοηθήσει στην καθοδήγηση άλλων παιδιών στις πραγματικότητες μια ζωής σε διαρκή κίνηση και στην κατανόηση των εννοιών του σπιτιού και της ταυτότητας. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ένα σαλιγκάρι που παίρνει το σπίτι του μαζί του οπουδήποτε πηγαίνει
     



Εδώ σχολιάζεις εσύ!