tromaktiko: Ω-3 λιπαρά οξέα: Μουρουνέλαιο, το θαυματουργό

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Ω-3 λιπαρά οξέα: Μουρουνέλαιο, το θαυματουργό



Από τον Δημήτρη Γρηγοράκη, Κλινικό Διαιτολόγο – Διατροφολόγο MSc, PhD 
Η κατανάλωση μουρουνέλαιου υψηλής ποιότητας έχει πολλές ευεργετικές ιδιότητες στον ανθρώπινο οργανισμό και συστήνεται όλες τις εποχές του χρόνου...


Τα ω-3 λιπαρά είναι πολύ σημαντικά για την ανθρώπινη υγεία, καθώς αποτελούν δομικά συστατικά της διαμόρφωσης του ανοσοποιητικού συστήματος. Επίσης, διακρίνονται για τις ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές τους, προστατεύοντας έτσι από μεγάλο πλήθος ασθενειών.

Δυστυχώς, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων δεν καταναλώνει αρκετά συχνά (1-2 φορές την εβδομάδα) λιπαρό ψάρι, όπως ρέγγα, σκουμπρί, τόνο, σαρδέλα. Ως εκ τούτου δεν προσλαμβάνει επαρκείς ποσότητες των δύο σπουδαίων λιπαρών οξέων EPA (εικοσαπεντανοϊκό οξύ) και DHA (δοκοσαεξανοϊκό οξύ), των οποίων οι ευεργετικότατες επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό έχουν τεκμηριωθεί με χιλιάδες κλινικές μελέτες.

Το χρυσάφι που λέγεται μουρουνέλαιο

Οι θρεπτικές ιδιότητες του μουρουνέλαιου είναι γνωστές εδώ και χιλιετίες και αναφορές υπάρχουν ακόμη και στη Βίβλο. Τον 17ο αιώνα παρατηρήθηκε ότι η κατανάλωση μουρουνέλαιου επέφερε συγκεκριμένα ευεργετικά αποτελέσματα στην υγεία, οπότε πολλοί συνέστησαν τη χρήση του για τη θεραπεία της ραχίτιδας και των ρευματισμών. Το μουρουνέλαιο (ηπατοϊχθυέλαιο) αποτελεί ένα είδος ιχθυελαίου. Εντούτοις με τον όρο «ιχθυέλαιο» εννοείται συνήθως το λάδι που εξάγεται από τη σάρκα των λιπαρών ψαριών και όχι από το συκώτι τους, όπως συμβαίνει με το μουρουνέλαιο. Αν και τα δύο έλαια είναι πολύ πλούσια σε ω-3 λιπαρά, το μουρουνέλαιο υπερτερεί ως προς το γεγονός ότι είναι πλούσιο σε βιταμίνη D (D3) και βιταμίνη Α. Πράγματι, το μουρουνέλαιο έχει πλούσια διατροφική αξία. Το υψηλής ποιότητας μουρουνέλαιο αποτελεί εξαιρετική πηγή ω-3 λιπαρών οξέων: DHA (600 mg/5 ml) και ΕΡΑ (400 mg/5 ml), όπως και της ιδιαίτερα σημαντικής βιταμίνης D (10 μg/5 ml – 400 IU). Ταυτόχρονα, περιέχει σημαντική ποσότητα βιταμίνης Α (250 μg/5 ml – 833 IU), ενώ συχνά προστίθεται και βιταμίνη Ε (10 mg/5 ml) για αντιοξειδωτική προστασία των ω-3 (Mollers.gr).

Πολύτιμο χειμώνα-καλοκαίρι

Τα παραπάνω διατροφικά χαρακτηριστικά του μουρουνέλαιου απαντούν κατηγορηματικά και με σαφήνεια στο ερώτημα που μου υποβάλλουν συχνά οι πελάτες μου για το εάν πρέπει να λαμβάνουν μουρουνέλαιο και το καλοκαίρι. Οι περισσότεροι έχοντας επωφεληθεί από τις θετικές του ιδιότητες κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου (λιγότερες ιώσεις – περισσότερη ευεξία), είναι φυσικό να αναρωτιούνται εάν θα πρέπει να το συνεχίσουν και την καλοκαιρινή περίοδο. Στο μυαλό τους δημιουργείται ο συγκεκριμένος προβληματισμός με δεδομένο ότι, εφόσον το μουρουνέλαιο περιέχει βιταμίνη D, ίσως να μην είναι απαραίτητο το καλοκαίρι, λόγω της ηλιοφάνειας. Όπως, όμως, είναι φανερό από τα παραπάνω επιχειρήματα της ταυτόχρονης συνύπαρξης βιταμίνης D και ω-3 λιπαρών, η απάντησή μου για το θέμα αυτό είναι ξεκάθαρη και κατηγορηματική: Φυσικά και θα πρέπει να λαμβάνουμε μουρουνέλαιο και το καλοκαίρι για πολλαπλούς λόγους και ειδικά λόγω της αυξημένης περιεκτικότητάς του σε ω-3 λιπαρά. Άλλωστε, η ποσότητα της βιταμίνης D που περιλαμβάνεται στην προτεινόμενη δοσολογία λήψης μουρουνέλαιου (1 κουταλάκι του γλυκού= 5ml, την ημέρα) είναι 10 μg ή 400 IU, η οποία υπολείπεται κατά 25% της συνιστώμενης ημερήσιας διαιτητικής πρόσληψής της. Επομένως, αποτελεί μία ασφαλή και ταυτόχρονα αναγκαία διαιτητική πρόσληψη, λόγω της πολύ περιορισμένης διαθεσιμότητας της βιταμίνης D στα διάφορα τρόφιμα.

Συμπερασματικά, η προσθήκη υψηλής ποιότητας λιπαρών, όπως είναι τα ω-3, στην ανθρώπινη διατροφή δημιουργεί τις προϋποθέσεις αντιφλεγμονώδους προστασίας, συμβάλλοντας στην αποτελεσματική θωράκιση του ανοσοποιητικού συστήματος. Επομένως, συστήνεται να καταναλώνουμε περισσότερα ψάρια, ξηρούς καρπούς, ιχθυέλαια και μουρουνέλαιο. Στην περίπτωση, όμως, του μουρουνέλαιου προσφέρεται το σημαντικό πλεονέκτημα ότι περιέχει έναν μοναδικό συνδυασμό συνύπαρξης φυσικών ω-3 λιπαρών και βιταμίνης D, που δεν περιέχεται σε κανένα συμπλήρωμα διατροφής. Με τον τρόπο αυτό λειτουργεί έμμεσα ως αντιφλεγμονώδης και ανοσοπροστατευτικός παράγοντας, θωρακίζοντας τον οργανισμό έναντι απειλητικών μολυσματικών παραγόντων.

Πηγή

     



Εδώ σχολιάζεις εσύ!