tromaktiko: Πρόταση – Μελέτη για ίδρυση αυτόνομης σχολής ΤΕΙ στην Ηλεία

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Πρόταση – Μελέτη για ίδρυση αυτόνομης σχολής ΤΕΙ στην Ηλεία



Του Γιώργου Παναγιωτόπουλου, Επικ. Καθηγητή ΤΕΙ Πύργου
Σε μια εποχή με ιδιαίτερα κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά, με έντονες δημογραφικές και περιβαλλοντικές αλλαγές, με...
συνεχώς αυξανόμενη κρίση αξιών και αρχών, με υψηλά ποσοστά ανεργίας, με μεγάλη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου (braindrain), η εκπαίδευση καλείται να διαδραματίσει ένα ιδιαίτερο ρόλο.

Έναν ρόλο πολυδιάστατο, που θα έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως αυτά υπαγορεύονται από τις τοπικές, εθνικές και διεθνείς συνθήκες, προσαρμοσμένος στην ανάγκη διαμόρφωσης πολιτών ικανών να ανταποκριθούν στις σύγχρονες απαιτήσεις και να συμβάλλουν στην επίτευξη της ανάπτυξης.

Πώς συνδέονται, ωστόσο, η ανάπτυξη με την εκπαίδευση;

Η ανάπτυξη, εξορισμού, συνδέεται με την εκπαίδευση, καθώς αφορά στη συστηματική χρήση και αξιοποίηση της επιστημονικής και τεχνικής γνώσης προκειμένου να υλοποιηθούν συγκεκριμένοι στόχοι ή αιτήματα. Επιπλέον, συνιστά μια διαδικασία οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού, η οποία βασίζεται σε σύνθετους πολιτιστικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες καθώς και στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις (http://www.businessdictionary.com/definition/development.html).

Από τους προαναφερθέντες ορισμούς, διαπιστώνει κανείς πως η εκπαίδευση αποτελεί σημαντικό εργαλείο της ανάπτυξης. Αυξάνει την ανάγνωση και ανάλυση των προβλημάτων, συμβάλλει στην ατομική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη με τρόπο σύνθετο, ρευστό και δυναμικό (Sutton,1998 Escrigas, 2008), ενδυναμώνει τις υπάρχουσες δομές, υπηρεσίες και ιδρύματα που υπηρετούν και στηρίζουν το άτομο,  συμβάλλει στη διάχυση καλών γνώσεων και πρακτικών, βελτιώνει τη γνώση και την έρευνα.

Ποιες είναι οι διαστάσεις του ρόλου της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ως προς την ανάπτυξη;

Σύμφωνα με διάφορους θεωρητικούς, η τριτοβάθμια εκπαίδευση λειτουργεί:

Ως παράγοντας βοηθητικός στη δημιουργία «συνθηκών πολυτέλειας» (luxuryancillary) (WorldBank, 2004). Σε σχέση δηλαδή με την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ανακουφίζει πιο άμεσα από τη φτώχεια και τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι πολίτες.

Ως παραγωγός κατάλληλα εξοπλισμένων επαγγελματιών και εφαρμοσμένης γνώσης. Κατά τον JeffreySachs (2005), η ενδυνάμωση της επαγγελματικής και τεχνικής εκπαίδευσης  είναι το κλειδί της ανάπτυξης. Δεν αρκεί απλά να εκπαιδεύεις επιστήμονες αλλά και όλους τους επαγγελματίες προκειμένου να καταφέρουν να επιβιώσουν σε μια τεχνολογικά καθοδηγούμενη οικονομία.

Ως μηχανή ανάπτυξης. Κατά τον Castell (2001), η ανάπτυξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της παρεχόμενης στους πολίτες γνώση.

Πώς μπορεί, ωστόσο, να συμβάλλει η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην ανάπτυξη;

Υπάρχουν διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις σχετικά με τον ρόλο τον οποίο μπορεί να παίξει η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην ανάπτυξη.

Με την ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου και δυναμικού. Μέσω της ανώτατης εκπαίδευσης μπορούν να παρασχεθούν στους υποψήφιους επαγγελματίες γνώσεις, δεξιότητες και κατάρτιση, προκειμένου να εκτελέσουν συγκεκριμένα καθήκοντα και επαγγέλματα (Sutton, 1998). Ο όρος «ανθρώπινο κεφάλαιο», συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ωφελιμιστική άποψη της εκπαίδευσης. Οι γνωστικές δεξιότητες, σύμφωνα με τον EricHanushek (2008), αφορούν κυρίως στην ικανότητα του ατόμου να έχει κριτική σκέψη και να μπορεί να επιλύει προβλήματα. Οι Pink (2005), Robinson (2006) και Sternberg (1996) αναφέρονται στην ικανότητα της δημιουργικής σκέψης, θεωρώντας πως το άτομο θα πρέπει να μάθει να σκέφτεται ανορθόδοξα, να αμφισβητεί την υπάρχουσα κατάσταση και να πλάθει νέα σενάρια, να σχεδιάζει και να χαράσσει στρατηγικές.

Με τη μεθοδολογική ή φιλελεύθερη αντίληψη της μάθησης. Η φιλελεύθερη αντίληψη αφορά άμεσα στην ανάπτυξη του ίδιου του ατόμου, ενώ η μεθοδολογική αφορά στο να μάθει κανείς πώς να μαθαίνει. Στις σύγχρονες κοινωνίες των γνώσεων οι πολίτες πρέπει να είναι ευέλικτοι, έτσι ώστε να μπορούν να προσαρμόζονται  στις νέες καταστάσεις (Pyle&Forrant, 2002).

Με την καλλιέργεια, διατήρηση ή μετασχηματισμό κοινωνικών και ηθικών αξιών

(Taylor&Fransman 2004, Zaglul 2006). Οι ηθικές αξίες, οι οποίες μπορεί να είναι και δημοκρατικές, επηρεάζουν την ανάπτυξη και συμπεριφορά του κάθε ατόμου. Μπορούν να αναπαράγονται, αλλά και να μετασχηματίζονται.

Μέσω της μετασχηματιστικής εκπαίδευσης, της κριτικής προσέγγισης, των  προσωποκεντρικών προσεγγίσεων της μάθησης (Mezirow, 2000; O’Sullivan, 1999). Το άτομο μέσα από την εσωτερική αναζήτηση, αποδοχή ή και αμφισβήτηση μιας κατάστασης κατανοεί καλύτερα τον εαυτό του, προβαίνει σε αλλαγές, ενώ ταυτόχρονα γίνεται και το ίδιο πράκτορας της αλλαγής σε ένα ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Με την ακαδημαϊκή έρευνα, η οποία μπορεί να έχει διαφορετικές προσεγγίσεις. Αρχικά, η επιστημονική καινοτομία που επιτυγχάνεται μέσω της έρευνας, συμβάλλει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη και στην αύξηση της κατανόησης και της γνώσης. Η ανάπτυξη για παράδειγμα της βιοτεχνολογίας συμβάλλει στην αγροτική ανάπτυξη (Zaglul&Juma, 2006). Μια άλλη προσέγγιση είναι η κοινωνική. Η έρευνα, μεταξύ άλλων, στοχεύει στη διατύπωση και εξεύρεση λύσεων σε συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτικά και νομικά ζητήματα (Pring, 1998). Η επίλυση αυτών των προβλημάτων έχει ως επακόλουθο την ανάπτυξη (Obanya, 2002). Μια άλλη διάσταση αφορά στην «καθαρή έρευνα» (Vessuri, 2008). Η έρευνα στα τριτοβάθμια ιδρύματα διαμορφώνει πολιτικές αποφάσεις και ως εκ τούτου είναι σημαντική για την ανεξάρτητη ανάπτυξη τόσο του ίδιου του ιδρύματος όσο και του κράτους. Η έρευνα επηρεάζει και έχει αντίκτυπο σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής και δράσης. Ωστόσο, ο Taylor (2008) υποστηρίζει πως και η ίδια η έρευνα θα πρέπει να διαμορφώνεται και να επηρεάζεται από τις ανάγκες της εκάστοτε κοινωνίας ή και κοινότητας. Είναι πολύ σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη οι προτεραιότητες που έχει η τοπική κοινωνία (Teaslade, 2000).

Συνεπώς, η έρευνα και γενικότερα η λειτουργία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης είναι πολυδιάστατη και ενσωματώνει οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις, οι οποίες αλληλοσυνδέονται και συνδιαμορφώνουν την κοινωνία. Για τον λόγο αυτό, τα πανεπιστήμια θα πρέπει να υποβάλουν προγράμματα σπουδών προσαρμοσμένα τόσο στις τοπικές, εθνικές και διεθνείς ανάγκες, όσο και στην αγορά εργασίας (Bok, 1984; Brennan, King and Lebeau, 2004; Althubetat and Jarrar, 2013).

Το ζητούμενο είναι τί θα μπορούσε τώρα να προσφέρει η ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση στην εθνική αλλά και τοπική πλέον προσπάθεια για οικονομική ανάπτυξη και μείωση της ανεργίας. Αναμφισβήτητα, η λειτουργία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης διέπεται από μια συντηρητική άποψη του ρόλου της απέναντι στην κοινωνία, ωστόσο, πολλά μπορούν να γίνουν.

Υπάρχουν δυνατότητες αξιοποίησης του αξιόλογου επιστημονικού έμψυχου υλικού που είναι διαθέσιμο και της υψηλής τεχνογνωσίας που υπάρχει στη χώρα μας για να προβούμε σε δράσεις που θα αλλάξουν τα ζοφερά υπάρχοντα δεδομένα.

Πως όμως συνδέεται  η παραπάνω προσέγγιση με τα χαρακτηριστικά και την ταυτότητα του Ν. Ηλείας όπως αυτή διαμορφώθηκε στο χρόνο;

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, και σε ό,τι αφορά τον νομό Ηλείας, είναι σήμερα αναγκαίο να γεφυρώσουμε τις κατά περιόδους διεκδικήσεις, με ένα σαφές στρατηγικό και απόλυτα ρεαλιστικό πλαίσιο, που το περιεχόμενό του θα στηρίζεται στα τεκμήρια της επιστήμης, στην βούληση των εκφραστών της τοπικής κοινωνίας, στα συγκριτικά πλεονεκτήματα, στην δυναμική που αναπτύσσεται στους κλάδους της εθνικής οικονομίας, στο παραγωγικό μοντέλο που προτάσσεται, και βέβαια στην σύμφωνη και ομόθυμη στήριξη της κοινωνίας.

Εντός αυτής της προβληματικής και με αναγνώριση από μέρους μου των προσπαθειών του παρελθόντος και παρόντος χρόνου, κρίνω αναγκαίο να καταθέσω μια πρόταση – μελέτη ως συνεισφορά στον δημόσιο διάλογο.

Μια πρόταση που αποτελεί προσωπική πρωτοβουλία και μόνο.

Είναι ωστόσο μια  προσωπική πρωτοβουλία αναγκαία;

Εδώ και δεκαετίες, όπως είναι γνωστό, έχουν ξεκινήσει προσπάθειες, μεταξύ άλλων, για την δημιουργία και λειτουργία ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον Νομό Ηλείας. Εκκλησία, Βουλευτές, Αυτοδιοίκηση, Κοινωνικοί Φορείς, και Κοινωνία των Πολιτών διεκδίκησαν και τελικά κατάφεραν την ίδρυση και λειτουργία τμημάτων ΤΕΙ στον Νομό, ως παραρτήματα του τότε ΤΕΙ Πάτρας. Από την περίοδο που ο υπογράφων  την πρόταση – μελέτη υπηρετούσε την Αυτοδιοίκηση, στο διεκδικητικό πλαίσιο ήταν κυρίως η δημιουργία αυτόνομης Σχολής, με σωρεία επιχειρημάτων που νομιμοποιούσαν αυτή την διεκδίκηση.

Η παρούσα πρόταση-μελέτη αποτελεί μια προσπάθεια συμβολής στο δημόσιο διάλογο, που έχει εδώ και χρόνια ξεκινήσει από τους Φορείς της τοπικής κοινωνίας και την Αυτοδιοίκηση, σχετικά με την ίδρυση αυτόνομης Σχολής Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στο Νομό Ηλείας. Είναι μια προσπάθεια διεύρυνσης αυτού του διαλόγου και συνάμα πρόσκλησης για προβληματισμό των φορέων του Νομού.   Αποτελεί, ίσως, εργαλείο στη «φαρέτρα» των επιχειρημάτων  για τη διεκδίκηση και πιθανή επιτυχή κατάληξη  του επί χρόνια ζητούμενου.

Δεδομένου του γεγονότος ότι υπάρχουν ήδη τμήματα τεχνολογικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην περιοχή (Τμήμα Τεχνολόγων Γεωπόνων-Αμαλιάδα, Τμήμα Διοίκησης, Οικονομίας, Επικοινωνίας Πολιτιστικών και Τουριστικών Μονάδων-Πύργος, Τμήμα Πληροφορικής και ΜΜΕ-Πύργος), η παρούσα μελέτη επιχειρεί να αποτελέσει μια στοιχειοθετημένη πρόταση δημιουργίας αυτόνομης σχολής και να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα για την ανάπτυξη των συνθηκών που θα προλειάνουν το έδαφος, ώστε η Ηλεία να αποκτήσει ισότιμη και δίκαιη πρόσβαση στον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας.

Η εκπόνηση του εγχειρήματος έλαβε υπόψη τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ολυμπιακής Γης, αφενός την πολιτισμική παρακαταθήκη, και αφετέρου την τουριστική δυναμική, καθώς και την απαρέγκλιτη ανάγκη της χρήσης των Νέων Τεχνολογιών στο σύγχρονο κοινωνικό και εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Στηρίχθηκε στην αντίληψη της δημιουργικής εκμετάλλευσης του τουριστικού τομέα, της πολιτιστικής διαχείρισης και των ψηφιακών εφαρμογών σε πεδία καινοτόμα, όπου εφαρμόζονται μοντέρνες πρακτικές με έγκυρη θεωρητική πλαισίωση. Με τον τρόπο αυτό, αποκαθίσταται η ωφέλιμη αλληλεπίδραση ανάμεσα στον Πολιτισμό, τον Τουρισμό και την Ψηφιακή Πραγματικότητα, ώστε η αξιοποίησή τους να οδηγήσει σε ατραπούς οικονομικής ανάπτυξης και πνευματικής ευημερίας για την περιοχή.

Η εν λόγω πρόταση δε διεκδικεί τη μοναδικότητα της επιλογής του προσανατολισμού των φορέων του Νομού, δεν εκπροσωπεί ως περιεχόμενο κανένα φορέα ή ίδρυμα ή θεσμό της κοινωνίας. Είναι μια προσωπική πρωτοβουλία του υπογράφοντος και, ως εκ τούτου, τίθεται στην κρίση για βελτίωση ή απόρριψη.

Η πρόταση φιλοδοξεί να συμβάλει στο δημόσιο διάλογο για την Εκπαίδευση, την Ανάπτυξη και την Καινοτομία, βάζοντας ένα «λιθαράκι» στην όποια προσπάθεια γίνεται εκ μέρους της αυτοδιοίκησης και των τοπικών φορέων με σκοπό την πρόοδο και τη δυναμική εξέλιξη του Νομού Ηλείας.

Καταληκτικά,  η παρούσα πρόταση – μελέτη δεν αναφέρει χωροταξικό προσδιορισμό για την λειτουργία της Σχολής, διότι αποτελεί υπόθεση των οργάνων δημοκρατικού προγραμματισμού, και επιπλέον δεν προτείνει την ένταξη της εν λόγω σχολής σε συγκεκριμένο ΑΕΙ (ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας, Πανεπιστήμιο Πατρών), λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ενιαίο του χαρακτήρα της Ανώτατης Εκπαίδευσης αφενός και αφετέρου δίνοντας την ευχέρεια στους εκπροσώπους της Ηλειακής κοινωνίας να διαμορφώσουν οι ίδιοι τον οδικό χάρτη του προσανατολισμού του.

Συγκεκριμένα

καταθέτω σήμερα την Μελέτη Σχεδιασμού για Ίδρυση Σχολής Τουριστικών και Πολιτισμικών Σπουδών. Μια πρόταση για το νομό Ηλείας.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ και ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Προτείνεται η δημιουργία Σχολής Τουριστικών και Πολιτισμικών Σπουδών, στην Ηλεία, η οποία θα διαρθρώνεται στα ακόλουθα τμήματα:

Τμήμα Τουριστικού Σχεδιασμού και Ανάπτυξης

Τμήμα Διαχείρισης και Αξιοποίησης Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Τμήμα Οπτικοακουστικών και Ψηφιακών Εφαρμογών

Η πολυσέλιδη μελέτη του κ. Γιώργου Παναγιωτόπουλου κατατέθηκε σε συνέδριο για την ανάπτυξη στη Δυτική Ελλαδα


Πηγή
     



Εδώ σχολιάζεις εσύ!