tromaktiko: Τι προβλέπει το Σύνταγμα,μέχρι την ημέρα διεξαγωγής των εθνικών εκλογών;

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Τι προβλέπει το Σύνταγμα,μέχρι την ημέρα διεξαγωγής των εθνικών εκλογών;



Γράφει ο Χρήστος Ηλ.Τσίχλης Δικηγόρος Αθηνών  
Η παρούσα Βουλή,επειδή προήλθε από πρόωρη...
διάλυση της προηγούμενης  Βουλής (Εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας) δεν μπορεί να διαλυθεί πριν παρέλθει  έτος από την έναρξη των εργασιών της,  δηλαδή μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016.
Πρόωρες Εκλογές μπορεί να γίνουν ΜΟΝΟ μετά από παραίτηση της Κυβέρνησης  και εφαρμογή του άρθρου 37 του Συντάγματος.
Σύμφωνα με αυτό, την παραίτηση της Κυβέρνησης ακολουθεί ανάθεση διερευνητικών εντολών .
Μετά την παραίτηση της κυβέρνησης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει και αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Kάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες. Aν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Kυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής, επιδιώκει το σχηματισμό Kυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Bουλής για τη διενέργεια εκλογών και σε περίπτωση αποτυχίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Eπικρατείας ή του Aρείου Πάγου ή του Eλεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Kυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Bουλή.
Η εντολή που αναθέτει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας,στον αρχηγό ενός κόμματος,σημαίνει να διερευνήσει κατά πόσο μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση που να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της Βουλής.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο αρχηγός που έλαβε διερευνητική εντολή εξετάζει κατά πόσο μπορεί να συνεργαστεί με άλλα κόμματα ή βουλευτές, ώστε να αποκτήσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Αν νομίζει ότι θα το επιτύχει, διορίζεται πρωθυπουργός και ακολουθεί η ψηφοφορία στη Βουλή. Αν όχι, επιστρέφει την εντολή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος με τη σειρά του την αναθέτει στο επόμενο σε έδρες κόμμα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να δώσει συνολικά μέχρι τρεις διερευνητικες εντολές στα τρία μεγαλύτερα κόμματα. Αν καμιά δεν τελεσφορήσει, τότε οφείλει να καλέσει τους αρχηγούς όλων των κομμάτων και να καταβληθεί προσπάθεια να σχηματιστεί κυβέρνηση. Αν και από τη σύσκεψη αυτήν δεν προκύψει κυβέρνηση, οφείλει να προκηρύξει νέες εκλογές.
Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Συντάγματος, σε περίπτωση αποτυχίας συγκρότησης κυβέρνησης κατά τη διαδικασία της διερεύνησης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει το σχηματισμό κυβέρνησης στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου προκειμένου να διενεργήσει εκλογές και στη συνέχεια διαλύεται η Βουλή.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει ποιον θα διορίσει πρωθυπουργό ανάμεσα στους Προέδρους των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας, με γνώμονα πάντα την όσο το δυνατόν ευρύτερη αποδοχή του.

Η υπηρεσιακή κυβέρνηση έχει όλες τις αρμοδιότητες που διαθέτουν οι κανονικές κυβερνήσεις σε μη προεκλογική περίοδο. Έχει το συνταγματικό δικαίωμα να ασκεί τη γενική πολιτική της χώρας και των επιμέρους Υπουργείων, καθώς και να υπογράφει κανονιστικές ή ατομικές πράξεις.

Ωστόσο, όπως επιβάλλει η πολιτική ηθική η υπηρεσιακή κυβέρνηση έχει περιορισμένες αρμοδιότητες και απέχει από την ανάληψη δεσμεύσεων που περιορίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία της επόμενης κυβέρνησης.
Με βάση το ισχύον εκλογικό θεσμικό πλαίσιο, από τη στιγμή που δεν έχουν συμπληρωθεί 18 μήνες από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση, οι εκλογές θα διεξαχθούν με λίστα και όχι σταυροδοσία. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το κάθε κόμμα θα επιλέξει τα πρόσωπα που επιθυμεί να αναδειχθούν σε βουλευτικές θέσεις. Η τελική ανάδειξη των προσώπων από τις εκλογές προκύπτει από τη σειρά προτεραιότητας που εμφανίζονται στη λίστα και από τα ποσοστά που έλαβε το κάθε κόμμα.
Οι πολίτες δε χρειάζεται να θέσουν  σταυρό προτίμησης υπέρ υποψηφίου. Ωστόσο  η τυχόν σημειώσή του,  δεν επιφέρει ακυρότητα του ψηφοδελτίου. Οι έδρες που παραχωρούνται σε κάθε συνδυασμό καταλαμβάνονται από τους υποψηφίους αυτού σύμφωνα με τη σειρά που έχουν προταθεί στη δήλωση κατάρτισης του συνδυασμού και ανακηρυχθεί από τον Άρειο Πάγο. Επίσης οι αναπληρωματικοί-«επιλαχόντες»-ανακηρύσσονται κατά τη σειρά που έχουν προταθεί στη δήλωση κατάρτισης του συνδυασμού και ανακηρυχθεί από τον Άρειο Πάγο και όχι κατά τη σειρά των ψήφων προτίμησης καθενός.
Ο εκλογικός νόμος στα πλαίσια του συστήματος της ενισχυμένης αναλογικής δίνει bonus 50 εδρών στο πρώτο κόμμα, αυτό όμως που δεν είναι γνωστό είναι ότι το bonus αυτό μπορεί να δοθεί και σε έναν συνασπισμό κομμάτων εφόσον ο μέσος όρος των κομμάτων που τον απαρτίζουν λάβει μεγαλύτερο ποσοστό από ένα αυτοτελές κόμμα. Ωστόσο όταν ο νομοθέτης αναφέρεται σε μέσο όρο, εννοεί στο άρθρο 99 του ΠΔ 26/2012 το συνολικό ποσοστό του συνασπισμού δια του πλήθους των κομμάτων αυτού, άρα εάν ένας συνασπισμός πάρει συνολικά 50% αλλά απαρτίζεται από 5 κόμματα ο μέσος όρος του είναι μόλις 10%.
Ενώ για την κατανομή των εδρών σε μια περιφέρεια το εκλογικό μέτρο προκύπτει από τις έγκυρες ψήφους διά των αριθμό των εδρών της περιφέρειας, για την κατανομή των εδρών σε ολόκληρη την επικράτεια και την εξαγωγή του ποσοστού της δύναμης κάθε κόμματος, το εκλογικό μετρό προκύπτει βάσει του εκλογικού νόμου από τον αριθμό των έγκυρων ψήφων όσων κομμάτων συγκέντρωσαν άνω του 3% (το ελάχιστο όριο για την είσοδο στην Βουλή) διά του αριθμού 250. Συνολικά οι έδρες του Κοινοβουλίου είναι 300, ο εκλογικός νόμος Παυλόπουλου 3636/08 προβλέπει σύστημα απλής αναλογικής για τις 250 έδρες (238 + 12 επικρατείας) και πλειοψηφικό σύστημα για τις επόμενες 50 στο πρώτο κόμμα, ανεξαρτήτως της διαφοράς αυτού από το δεύτερο, με σκοπό  την δημιουργία σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
     



Εδώ σχολιάζεις εσύ!