tromaktiko: ΜΝΗΜΕΣ (Εμφύλιος)

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

ΜΝΗΜΕΣ (Εμφύλιος)



Toυ Θανάση Ι. Νικολαΐδη

Ήταν το παιδί του!
23/12/48: Ο στρατός απέκρουσε επιθέσεις των ανταρτών εναντίον της Έδεσσας και της Νάουσας.
Η ΜΑΧΗ ξεκίνησε αποβραδίς. Άγρια και φονική. Κράτησε ως το πρωί. Σ’ ένα τοπίο σπάνιας ομορφιάς, κοντά στην Έδεσσα. Δεν έστεργε στον πόλεμο η φύση, το’ δειχνε με την Άνοιξή της, με τα λογής άνθη κι ομορφιές, μα ήταν στη μοίρα της κι αυτή περιοχή να γίνει θέατρο της αδερφοσφαγής. Βουνίσιοι εκεί πάνω οι άνθρωποι, πιο σέρτικοι απ’ τους θαλασσινούς, είχαν «κοπεί» κι αυτοί στα δυο. Δεν τους κρατούσες. Ζώστηκαν τ’ άρματα και ξεκίνησαν - δυο βήματα ήταν το βουνό. Οι άλλοι έμειναν στο χωριό κρατώντας το ντουφέκι. Ως ΜΑΥδες και εθνοφρουροί. Με το στρατό, με την πατρίδα, με τη σιγουριά. Τους χώρισαν οι σκοτωμοί, τους ένωσε η μοίρα να συμβιώνουν. Μέχρι και σήμερα, το’ να χωριό ψηφίζει αλλιώτικα απ’ το άλλο.
ΑΝΤΙΚΡΙΝΑ οι αντίπαλοι στις όχθες μιας χαράδρας, όσο να πιάνει η σφαίρα τον αντίπαλο. Άγριες οι φωνές τη νύχτα, τυφλές σχεδόν οι τουφεκιές κι όποιος προλάβει. Είχε ο στρατός τον οπλισμό του, είχαν κι οι αντάρτες όπλο τους τον αιφνιδιασμό. Έφραξαν με νάρκες τα περάσματα, νάρκες «κατά προσωπικού» στην πλαγιά κι η κορυφή με τα πολυβολεία της και τα στημένα όπλα. Πιο «δυσκίνητος» ο στρατός, μα σαν έστηνε κι αυτός τα πολυβόλα του και το’ παιρναν χαμπάρι πως τους βάλανε σημάδι και γλιτωμό δεν έχουν, τραβούσαν ξανά για το βουνό. Στην κρύπτη τους. Στην «ησυχία». Χωρίς να’ χουν ματώσει τον εχθρό, χωρίς λεία και λάφυρα. Εκεί η ζωή και τα λημέρια τους, το βράδυ, το πρωί τους, τα γλέντια τους, καμιά φορά, κι άλλοτε σαν λύκοι πεινασμένοι. Σάμπως και δεν κατέβαιναν συχνά στα πανηγύρια, σε κοντινά χωριά που δεν τους ήξερε κανένας; Τρωγόπιναν, μεθούσαν και γλεντοκοπούσαν. Με τη ματιά λοξή μην έρθουν χωροφύλακες. Ωστόσο, ποιος να τους προδώσει, πώς να τους (ανα)γνωρίσει;

ΝΩΡΙΣ αρχίσανε τη μάχη κι όλο λιγόστευαν οι κραυγές, όσο περνούσε η ώρα, το ίδιο κι οι τουφεκιές λιγόστευαν, μέχρι να σβήσουν την αυγή. Θα μάζευαν ό,τι απόμεινε οι αντάρτες και θα ‘φευγαν για το βουνό. Τον πέτυχε ο «φασίστας» τον αντάρτη - «κατσαπλιά» κι ήταν σίγουρος πως θα’ νιωθε μιαν άγρια χαρά, την άλλη μέρα. Θα πήγαινε νωρίς στον τόπο της σφαγής, θα μέτραγε με γρήγορη ματιά τους σκοτωμένους, θ’ αναποδογύριζε πτώματα, κι αν έπεφτε σε συγχωριανό που απ’ τα πριν δεν χώνευε, μια κρυφή χαρά πλημμύριζε την ψυχή του. Είχαν παλιές διαφορές, μα δεν έβαψε τα χέρια του με αίμα. Ο πόλεμος το’ κανε-δεν το’ κανε ο ίδιος. Σκοτώθηκε στη συμπλοκή ο αντάρτης κι είναι το ίδιο. Δεν θα ξανατσακωθούν στο καφενείο παίζοντας χαρτιά, στο τάβλι ή για τα χωράφια κι ούτε θα ξαναδεί στην εκκλησιά τον «άθεο» που βγήκε στο βουνό, δεν θα χορέψουνε μαζί στους γάμους, στα βαφτίσια. Αντί να κάτσει σπίτι του να θρέψει τα παιδιά του, τάχθηκε με τους «άναρχους», έγινε…κατσαπλιάς και ληστοσυμμορίτης. «Εγώ, τουλάχιστον, είμαι και εθνικόφρων κι ας μ’ έριξαν στη μοιρασιά οι συγγενείς. Κανένας δεν μοιράστηκε τον καημό μου απ’ το άδικο. Μου φόρτωσαν την ενοχή, μα να που ο Θεός δεν λησμονεί. Μου δίνει τη χαρά μιας εκδίκησης χωρίς την πιθανότητα για αντεκδίκηση. Κάτι μου λέει μέσα μου πως ζωντανός είτε νεκρός ο κατσαπλιάς, δεν ξαναβλέπει την πατρίδα, ούτε χωράφι και χωριό, φίλους και δικαιώματα».

ΑΠΟΒΡΑΔΙΣ αυτά σκεφτόταν κι ο ύπνος δεν τον πήρε. Ακόμα στ’ αυτιά του οι τουφεκιές κι η έγνοια του να πάει στο αντίπερα της χαράδρας. Ήταν στη «νόμιμη» πλευρά, της πατρίδας πάει να πει κι ήταν χρέος του να τη φυλάει μην αλλάξει χέρια.

ΕΙΧΕ σκοτώσει κάποιους στην ψεσινή τη μάχη, σίγουρος ήταν και το’ χε καμάρι, μα δεν τους είδε καταγής να το χαρεί, να πάρει απάνω της η ψυχή του, να στεριώσει μέσα του η πίστη πως λιγόστεψαν οι «σφάχτες με το κονσερβοκούτι…αγγλικής προέλευσης» και η Πατρίδα πια δεν κινδυνεύει. Πήρε δυο- τρεις «συμπολεμιστές» κι ανηφόρισε για τον τόπο της σφαγής. Το φως της μέρας κι η σιγουριά της πως δεν χτυπάνε μέρα οι αντάρτες του εξασφάλιζαν περπατησιά περήφανη για την πλαγιά. Στην άλλη μεριά της χαράδρας, στον τόπο του εχθρού πήγαν να περπατήσουν, να σεργιανίσουν πτώματα, τα «κέρδη» να μετρήσουν.

ΜΕΤΡΗΣΕ στα γρήγορα κουφάρια κι όλο πλησίαζε να δει κοντύτερα τους σκοτωμένους. Ένα το κλώτσησε με μίσος και τ’ άλλο το προσπέρασε γιατί ήταν παραμορφωμένο και του γύριζε τ’ άντερα. «Κι εμείς έχουμε θύματα», σκέφθηκε και τάχυνε το βήμα. «Πρώτα να μετρήσω σκοτωμένους, του εχθρού τις απώλειες να υπολογίσω κι ύστερα βλέπω τους δικούς μας». Καθώς περπάταγε με τον αέρα του νικητή πλησίασε έναν νεκρό αντάρτη, λιγνό κουφάρι με τσαρούχια στα πόδια, τα μάτια ορθάνοιχτα κι ένα πελώριο «γιατί» στο πρόσωπο. Τον κλώτσησε να δει καλύτερα, να νιώσει πως δεν γροικά και δεν σαλεύει πια και του’ ρθε κεραυνός! Δεν άντεξε τη θέα κι έπεσε καταγής. Σαν να τον σκότωσε το ίδιο βόλι. Ήταν το παιδί του! Κι αυτός τρελάθηκε. Έχασε τα λογικά του, πήρε τα βουνά και δεν ξανάπιασε τουφέκι.

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΣΕ κι ένας άγριος ήχος από σίδερα σκέπασε τη σιωπή. Φάνηκε το τανκ σκορπώντας τρόμο. Σταμάτησε. Πήρε στροφή επί τόπου μουγκρίζοντας. Κατέβηκαν οι δυο φαντάροι. Ο ένας έμεινε μέσα. Άρπαξαν στην τύχη ένα πεσμένο καταγής κουφάρι αντάρτη, με φυσεκλίκια σταυρωτά. Έσταζε αίμα, μα ούτε που σιχάθηκαν. Το δένουν απ’ τα πόδια με μια τριχιά και το τραβολογούν μέχρι το σταματημένο τανκ. Δένουν την άκρη του σχοινιού σ’ έναν πύρο, ξαναμπαίνουν στον θάλαμο χαμογελώντας και το άρμα ξεκινά. Το σχοινί τεντώθηκε και το κουφάρι σβαρνίζονταν με τα χέρια δεμένα, μέχρι που διαλύθηκε το κορμί του ανάμεσα σε βράχια, πέτρες και ξερόκλαδα. Θύμιζε τον Έκτορα στο άρμα του Αχιλλέα κι ας ήταν παιδιά της ίδιας πατρίδας, στα μισά του 20ού αιώνα.

ΗΤΑΝ κι αυτό «χρέος» να γίνει. Για την μετά θάνατο τιμωρία. Μπορεί να’ ταν και διαταγή. Για τον νεκρό Έκτορα. Για την ιστορία που επαναλαμβάνεται.
     



Εδώ σχολιάζεις εσύ!