Δεν υπάρχει ελαφρυντικό για μια εν ψυχρώ δολοφονία. Δεν έχει χρώμα, ιδεολογία ή πολιτικό περιεχόμενο. Είναι μια ακραία παράνομη και απάνθρωπη πράξη που κάθε νοήμων άνθρωπος καταδικάζει χωρίς “ναι μεν, αλλά”.
Ο πολίτης όμως περιμένει από τον πολιτικό κόσμο κάτι περισσότερο από την αυτονόητη καταδίκη. Περιμένει να μάθει πώς φτάσαμε στο σημείο οι πολιτικές διαφορές να “λύνονται” με σκοτωμούς και ποια η ευθύνη της πολιτικής γι’ αυτό. Περιμένει την απάντηση στο θεμελιώδες ερώτημα: τις περιώνυμες “κόκκινες γραμμές” για το τι είναι επιτρεπτό και τι όχι ποιος τις βάζει; Ο νόμος ή ο καθένας μόνος του;
Δεν κουραζόμαστε να επαναλαμβάνουμε: όταν ξεκινήσει ο κύκλος της βίας θα καταλήξει νομοτελειακά στον φόνο. Αν αποδεχθούμε ότι τον ορισμό της βίας τον δίνει ο καθένας κατά το δοκούν ή το συμφέρον, αν θεωρήσουμε ότι η βία που κρατάει κομματική σημαία είναι δικαιολογημένη, είναι σίγουρο ότι θα βρεθούν και κάποιοι που θα αναθέσουν στον εαυτό τους τον ρόλο του τιμωρού – εκτελεστή.
Μαζί με τα συλλυπητήριά μας στις οικογένειες των θυμάτων, απευθύνουμε έκκληση στο πολιτικό σύστημα να αντιληφθεί ότι ο ιός της βίας αναπτύσσεται όταν αδρανοποιούνται τα αντισώματα της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας. Από κει ξεκινάει η μόλυνση.
Το φάρμακο γι’ αυτή τη βαριά αρρώστια που έχει χτυπήσει την κοινωνία μας, λέγεται κράτος δικαίου. Όχι μόνο νόμοι που να εφαρμόζονται. Κυρίως, δίκαιοι νόμοι.

