Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η παγκόσμια οικονομία είναι σε κρίσιμη καμπή, λόγω tapering, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν βάσιμες εκτιμήσεις ούτε για την εξέλιξη των πραγμάτων στην Ευρωζώνη και τη διεθνή οικονομία (πώς θα εξελιχθεί η αναταραχή στις αναδυόμενες αγορές και πόσο θα πλήξει τις αναπτυγμένες) ούτε για τις αποφάσεις που θα λάβουν -ή θα αναγκαστούν να λάβουν- οι πρωταγωνιστές στις δύο όχθες του Ατλαντικού (από τη FED και την ΕΚΤ μέχρι τον Ομπάμα και τη Μέρκελ). Με τις μεγάλες αποφάσεις να είναι ακόμη ανοιχτές, δεν υπάρχει ακόμη στέρεο έδαφος για οριστική συμφωνία.
Από την άλλη, βεβαίως, ο χρόνος «ωρίμανσης» δεν είναι ανεξάντλητος, αφού οι μη εκταμιευμένες δόσεις συσσωρεύονται και στις αρχές Μαΐου υπάρχουν λήξεις ελληνικών κρατικών ομολόγων μεγάλου ύψους. Έτσι, οι πρωταγωνιστές δεν μπορούν να αγοράσουν πολύ χρόνο – μέσα στο Μάρτιο θα πρέπει να πάρουν τα ρίσκα τους…
Στο μεταξύ, η αισιοδοξία που επικράτησε ύστερα από τη συνάντηση της 27ης Ιανουαρίου αρχίζει να υποσκάπτεται: Ο κ. Σόιμπλε δηλώνει ότι στο τέλος του έτους θα μπορεί να εκτιμηθεί ρεαλιστικά το ακριβές ύψος του χρηματοδοτικού κενού του ελληνικού προγράμματος, ενώ το γερμανικό ινστιτούτο Ifo (κορυφαίο think tank της Μέρκελ) «συντηρεί την ένταση» μιλώντας για επιβάρυνση του ελλείμματος του προϋπολογισμού της Γερμανίας κατά 2,5 δισ. ευρώ από τη νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους με μείωση επιτοκίου και επιμήκυνση κατά 20 επιπλέον έτη…
Το σίγουρο είναι πως όταν ληφθεί η οριστική απόφαση θα το μάθουμε όλοι με τρόπο… θεαματικό. Μαζί με όλους μας, θα το μάθει και η κυβέρνηση, που προς το παρόν… αρμενίζει αμέριμνη, ανεβάζοντας κάθε βδομάδα το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος…

