Η συμφωνία δύο ενήλικων ετερόφυλων... προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωση τους (σύμφωνο συμβίωσης) καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στον ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου.
Την ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης μπορεί να επικαλεσθεί, εκτός από τους συμβληθέντες, και όποιος προβάλλει έννομο συμφέρον οικογενειακής ή περιουσιακής φύσης. Ο εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει αυτεπαγγέλτως την αναγνώριση της ακυρότητας, αν το σύμφωνο συμβίωσης αντίκειται στη δημόσια τάξη.
Δεν επιτρέπεται η σύναψη συμφώνου συμβίωσης: Α) αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά, Β) μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ του πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, καθώς και μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και Γ) μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε. Όταν παραβιάζεται μία από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, το σύμφωνο συμβίωσης είναι άκυρο.
Δικαιολογητικά για το σύμφωνο συμβίωσης 1. Σύμφωνο συμβίωσης (συμβολαιογραφικό έγγραφο) 2. Ταυτότητες (Διαβατήρια –μεταφρασμένα πιστοποιητικά για αλλοδαπούς) 3. Αίτηση Η ισχύς της συμβίωσης κατά ρητή πρόβλεψη αρχίζει από την κατάθεση του αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου σε ειδικό βιβλίο του Ληξιάρχου του τόπου κατοικίας των συμβαλλόμενων. Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται: α) με συμφωνία των συμβληθέντων που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλον και γ) αυτοδικαίως αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός απ’ αυτούς και τρίτου Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της μονομερούς δήλωσης στον Ληξίαρχο όπου έχει καταχωρηθεί και η σύσταση αυτού.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται όταν και οι δύο συμβιούντες υπογράψουν αυτοπροσώπως σε συμβολαιογράφο την λύση του συμφώνου και την καταθέσουν στο Ληξιαρχείο. Μπορεί όμως και ο ένας εκ των δύο συμβιούντων να υπογράψει σε συμβολαιογράφο μονομερή λύση του συμφώνου και να την κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή στον άλλον. Επίσης, το σύμφωνο συμβίωσης λύεται αυτοδικαίως εάν οι συμβιούντες συνάψουν γάμο μεταξύ τους, ή έστω ένας εξ αυτών συνάψει γάμο με τρίτον.
Τέκνο που γεννήθηκε κατά την διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης, ή εντός τριακοσίων ημερών από την λύση ή την ακύρωσή του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατήρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο βεβαίως μπορεί να ανατραπεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που θα ορίζει ότι το παιδί έχει άλλον πατέρα.
Με τη λύση του συμφώνου συμβίωσης λόγω θανάτου, αυτός που επιζεί έχει κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου, το οποίο ανέρχεται στο 1/6 της κληρονομιάς, αν συντρέχει με κληρονόμους της πρώτης τάξης, στο 1/3, αν συντρέχει με κληρονόμους άλλων τάξεων και σε ολόκληρη την κληρονομιά, αν δεν υπάρχει συγγενής του κληρονομουμένου, που να καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος. Αυτός που επιζεί έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά, το οποίο ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, που του αναλογεί. Κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως κληρονόμος.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται: α) με συμφωνία των συμβληθέντων που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλον και γ) αυτοδικαίως αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός απ’ αυτούς και τρίτου Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της μονομερούς δήλωσης στον Ληξίαρχο όπου έχει καταχωρηθεί και η σύσταση αυτού. Το σύμφωνο συμβίωσης είναι μία συμφωνία δύο προσώπων, άνδρα και γυναίκας (όχι δύο ανδρών, ούτε δύο γυναικών), ότι θέλουν να ζουν μαζί, αλλά δεν θέλουν να συνάψουν γάμο μεταξύ τους. Η σύμβαση αυτή υπογράφεται, μόνο αυτοπροσώπως, από τους δύο συμβαλλομένους, ενώπιον συμβολαιογράφου και καταχωρίζεται στο Ληξιαρχείο.
Την ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης μπορεί να επικαλεσθεί, εκτός από τους συμβληθέντες, και όποιος προβάλλει έννομο συμφέρον οικογενειακής ή περιουσιακής φύσης. Ο εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει αυτεπαγγέλτως την αναγνώριση της ακυρότητας, αν το σύμφωνο συμβίωσης αντίκειται στη δημόσια τάξη.
Δεν επιτρέπεται η σύναψη συμφώνου συμβίωσης: Α) αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά, Β) μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ του πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, καθώς και μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και Γ) μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε. Όταν παραβιάζεται μία από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, το σύμφωνο συμβίωσης είναι άκυρο.
Δικαιολογητικά για το σύμφωνο συμβίωσης 1. Σύμφωνο συμβίωσης (συμβολαιογραφικό έγγραφο) 2. Ταυτότητες (Διαβατήρια –μεταφρασμένα πιστοποιητικά για αλλοδαπούς) 3. Αίτηση Η ισχύς της συμβίωσης κατά ρητή πρόβλεψη αρχίζει από την κατάθεση του αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου σε ειδικό βιβλίο του Ληξιάρχου του τόπου κατοικίας των συμβαλλόμενων. Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται: α) με συμφωνία των συμβληθέντων που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλον και γ) αυτοδικαίως αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός απ’ αυτούς και τρίτου Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της μονομερούς δήλωσης στον Ληξίαρχο όπου έχει καταχωρηθεί και η σύσταση αυτού.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται όταν και οι δύο συμβιούντες υπογράψουν αυτοπροσώπως σε συμβολαιογράφο την λύση του συμφώνου και την καταθέσουν στο Ληξιαρχείο. Μπορεί όμως και ο ένας εκ των δύο συμβιούντων να υπογράψει σε συμβολαιογράφο μονομερή λύση του συμφώνου και να την κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή στον άλλον. Επίσης, το σύμφωνο συμβίωσης λύεται αυτοδικαίως εάν οι συμβιούντες συνάψουν γάμο μεταξύ τους, ή έστω ένας εξ αυτών συνάψει γάμο με τρίτον.
Τέκνο που γεννήθηκε κατά την διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης, ή εντός τριακοσίων ημερών από την λύση ή την ακύρωσή του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατήρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο βεβαίως μπορεί να ανατραπεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που θα ορίζει ότι το παιδί έχει άλλον πατέρα.
Με τη λύση του συμφώνου συμβίωσης λόγω θανάτου, αυτός που επιζεί έχει κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου, το οποίο ανέρχεται στο 1/6 της κληρονομιάς, αν συντρέχει με κληρονόμους της πρώτης τάξης, στο 1/3, αν συντρέχει με κληρονόμους άλλων τάξεων και σε ολόκληρη την κληρονομιά, αν δεν υπάρχει συγγενής του κληρονομουμένου, που να καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος. Αυτός που επιζεί έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά, το οποίο ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, που του αναλογεί. Κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως κληρονόμος.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται: α) με συμφωνία των συμβληθέντων που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλον και γ) αυτοδικαίως αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός απ’ αυτούς και τρίτου Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της μονομερούς δήλωσης στον Ληξίαρχο όπου έχει καταχωρηθεί και η σύσταση αυτού. Το σύμφωνο συμβίωσης είναι μία συμφωνία δύο προσώπων, άνδρα και γυναίκας (όχι δύο ανδρών, ούτε δύο γυναικών), ότι θέλουν να ζουν μαζί, αλλά δεν θέλουν να συνάψουν γάμο μεταξύ τους. Η σύμβαση αυτή υπογράφεται, μόνο αυτοπροσώπως, από τους δύο συμβαλλομένους, ενώπιον συμβολαιογράφου και καταχωρίζεται στο Ληξιαρχείο.

