Τυπικά η απώλεια της δεδηλωμένης, έχει σημασία μόνο σε...
συνεδρίαση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης. Ωστόσο,όταν κυβερνητικοί βουλευτές διαφωνούν με μία σημαντική επιλογή του πρωθυπουργού, δημιουργείται πολιτικό θέμα και εκλαμβάνεται ως αμφισβήτηση του ιδίου του πρωθυπουργού. Ο εκάστοτε πρωθυπουργός δεν επιθυμεί να καθίσταται όμηρος των βουλευτών της αντιπολίτευσης, που πρόσκαιρα και με όρους παρέχουν την θετική τους ψήφο.
Η αρχή της δεδηλωμένης είναι όρος του Συνταγματικού Δικαίου και ορίζει ότι η κυβέρνηση οφείλει να έχει τη «δεδηλωμένη» εμπιστοσύνη της απόλυτης πλειοψηφίας των Βουλευτών. Διαχρονικά αυτή η εμπιστοσύνη δηλώνεται με σχετική ψηφοφορία της Βουλής μετά από κάθε σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης, η οποία συνήθως, σε αντίθεση με το Κοινοβούλιο, δεν εκλέγεται απευθείας από τον λαό, αλλά διορίζεται από τον ανώτατο άρχοντα της χώρας.
Ο όρος δεδηλωμένη όπως τίθεται είναι λανθασμένη. Αφότου δοθεί ψήφος εμπιστοσύνης έχουμε μια κυβέρνηση κοινοβουλευτική. Η δεδηλωμένη, μπορεί να χαθεί είτε αν η κυβέρνηση ζητήσει πρόταση εμπιστοσύνης, (με ψηφοφορία επί των παρόντων-όχι λιγότεροι από 120) και δεν την πάρει, είτε με πρόταση δυσπιστίας, όταν και χρειάζεται να πάρει τουλάχιστον 151 ψήφους υπέρ της.
Το θέμα είναι ηθικό-πολιτικό και όχι συνταγματικό.Στην πρόταση εμπιστοσύνης, απαιτείται πλειοψηφία των παρόντων που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 120 και στην πρόταση δυσπιστίας χρειάζονται 151 βουλευτές. Εάν δεν το θέσει η ίδια η κυβέρνηση το θέμα της εμπιστοσύνης, τυπικά, συνταγματικά δεν μπορεί να πέσει.
H Boυλή μπoρεί με απόφασή της να απoσύρει την εμπιστoσύνη της από την Kυβέρνηση ή από μέλoς της ύστερα από πρόταση δυσπιστίας. H πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπoγραμμένη από τo ένα έκτo (1/6) τoυλάχιστoν των Boυλευτών και να περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα oπoία θα διεξαχθεί η συζήτηση.
H πρόταση δυσπιστίας υπoβάλλεται στoν Πρόεδρo σε δημόσια συνεδρίαση της Boυλής.
Aν διαπιστωθεί ότι η πρόταση υπoγράφεται από τoν ελάχιστo απαιτoύμενo αριθμό Boυλευτών, η Boυλή διακόπτει τις εργασίες της για δύo ημέρες, εκτός αν η Kυβέρνηση ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας.
Mε την επιφύλαξη της ευχέρειας πoυ παρέχει η πρoηγoύμενη παράγραφoς στην Kυβέρνηση, η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας αρχίζει δύo ημέρες μετά την υπoβoλή της και τελειώνει τo αργότερo τη δωδεκάτη νυκτερινή της τρίτης ημέρας από την έναρξή της με oνoμαστική ψηφoφoρία, πoυ διεξάγεται σύμφωνα με την παράγραφo 3 τoυ πρoηγoύμενoυ άρθρoυ.
H συζήτηση αρχίζει με την oμιλία δύo Boυλευτών από εκείνoυς πoυ υπoγράφoυν την πρόταση δυσπιστίας και oρίζoνται με ανάλoγη εφαρμoγή τoυ άρθρoυ 91 παρ. 5. H εγγραφή των άλλων oμιλητών γίνεται έως τo τέλoς της oμιλίας των δύo Boυλευτών τoυ πρoηγoύμενoυ εδαφίoυ. Kατά τα λoιπά η συζήτηση και η ψηφoφoρία διεξάγoνται σύμφωνα με τις παραγράφoυς 3 έως 5 τoυ πρoηγoύμενoυ άρθρoυ.
Πρόταση δυσπιστίας δεν μπoρεί να υπoβληθεί πριν περάσει εξάμηνo από την απόρριψη πρoηγoύμενης όμoιας πρότασης, εκτός αν υπoγράφεται από την απόλυτη πλειoψηφία τoυ όλoυ αριθμoύ των Boυλευτών.
Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή μόνo αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειoψηφία τoυ όλoυ αριθμoύ των Boυλευτών.
Όταν το πρώτο κόμμα,δεν δύναται να λάβει την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών,μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ψήφος ανοχής.Η ψήφος ανοχής θεμελιώνεται θεωρητικά στα εξής σημεία: 1)Στο άρθρο 84 παράγραφος 6 του Συντάγματος το οποίο για την εξασφάλιση εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση απαιτεί την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών κατά την ψηφοφορία εμπιστοσύνης θέτοντας όμως τον ελάχιστο αριθμό των βουλευτών που θα ψηφίσουν υπέρ στα δύο πέμπτα επί του συνόλου των βουλευτών 2) Στο άρθρο 37 παράγραφος 2 του Συντάγματος το οποίο όταν απαιτεί από την υποψήφια κυβέρνηση την εμπιστοσύνη της Βουλής δεν θέτει συγκεκριμένα αριθμητικά κριτήρια.
Είναι σαφές ότι κατά την ψηφοφορία για την εμπιστοσύνη πρέπει να απουσιάζουν βουλευτές και η απουσία τους αυτή να είναι εκ των προτέρων γνωστή.Η απουσία τους είναι απαραίτητη γιατί αν παρίστανται και δεν εκφράσουν την γνώμη τους( ψηφίζοντας παρών) οι ψήφοι τους θα καταμετρηθούν ως κατά της πρότασης εμπιστοσύνης.
Ακόμα και αν ο συνολικός αριθμός των βουλευτών της κυβερνητικής παράταξης υπολείπεται της απόλυτης πλειοψηφίας κατά την ψήφιση ενός σημαντικού νομοσχεδίου, συνταγματικά δεν τίθεται θέμα απαλλαγής της κυβέρνησης από τα καθήκοντά της. Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί μια τέτοια κυβέρνηση από τα καθήκοντά της είναι είτε να παραιτηθεί είτε να χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής με τις συγκεκριμένες διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 84 του Συντάγματος. Στην πρώτη διαδικασία την σχετική πρόταση υποβάλλει στη Βουλή ο πρωθυπουργός και απαιτείται πλειοψηφία των παρόντων, που δεν θα είναι μικρότερη από 120. Στην δεύτερη διαδικασία την σχετική πρόταση υποβάλλουν τουλάχιστον 50 βουλευτές (1/6), και απαιτείται πλειοψηφία τουλάχιστον 151 βουλευτών. Έως ότου τεθεί τέτοιο θέμα και επιβεβαιωθεί θεσμικά η απώλεια της εμπιστοσύνης, η κυβέρνηση τεκμαίρεται ότι την διαθέτει, ανεξάρτητα από την στάση που θα έχουν ορισμένοι βουλευτές της πλειοψηφίας.
Με δεδομένο, ότι δεν έχει συμπληρωθεί ένα έτος από τις εκλογές, η πρωτοβουλία της κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι η διάλυση της Βουλής με την επίκληση σοβαρού εθνικού θέματος, αλλά η παραίτηση της κυβέρνησης, που οδηγεί σε διαβούλευση του Προέδρου της Δημοκρατίας με τα κόμματα, για τυχόν σχηματισμό κοινοβουλευτικής κυβέρνησης, και στη συνέχεια,αν αυτή αποτύχει, σε διεξαγωγή εκλογών είτε από διακομματική είτε από υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση.
Υπηρεσιακή κυβέρνηση ονομάζεται η κυβέρνηση που δεν έχει εκλεγεί ούτε έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή, αλλά έχει αναλάβει προσωρινά, με το σκοπό να διενεργήσει βουλευτικές εκλογές, και κατά κανόνα δεν αποτελείται από πολιτικούς. Συνήθως τοποθετείται όταν η εκλεγμένη κυβέρνηση έχει εξαντλήσει τη θητεία της ή έχει χάσει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, οπότε ορίζεται για να οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές. Στην χώρα μας, συνηθιζόταν μέχρι και τη δεκαετία του 1960 λίγο πριν τις εκλογές να παραιτείται ο πρωθυπουργός και να αναλαμβάνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση μετά τις εκλογές.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Κυβέρνησης όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Βουλή. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει ποιον θα διορίσει πρωθυπουργό ανάμεσα στους Προέδρους των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας, με γνώμονα πάντα την όσο το δυνατόν ευρύτερη αποδοχή του.
Κυβέρνηση ειδικού σκοπού ή εθνικής ενότητας μπορεί να σχηματιστεί,χωρίς να απαιτείται αντικατάσταση του προσώπου του πρωθυπουργού.Η κυβέρνηση ειδικού σκοπού ή εθνικής ενότητας,είναι συνήθως περιορισμένης διάρκειας και βασίζεται στην ευρύτερη αποδοχή και στους όρους συμμετοχής που έχουν συμφωνηθεί.
Συμπερασματικά,η κυβερνητική πλειοψηφία για να αμφισβητηθεί, απαιτείται να υπάρξει πρόταση μομφής εναντίον της και να υπερψηφισθεί ή να απολέσει η κυβέρνηση την κοινοβουλευτική πλειοψηφία μετά από πρόταση εμπιστοσύνης που θα προκαλέσει η ίδια. Η δεδηλωμένη χάνεται μόνο με δύο τρόπους, είτε με πρόταση εμπιστοσύνης από τον ίδιο τον πρωθυπουργό είτε με πρόταση δυσπιστίας.Στην πρόταση εμπιστοσύνης, απαιτείται πλειοψηφία των παρόντων που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 120 και στην πρόταση δυσπιστίας χρειάζονται 151 βουλευτές. Η κυβέρνηση διαθέτει τυπικά νομικά την εμπιστοσύνη της Βουλής, αλλά πολιτικά έχει απολέσει τη δεδηλωμένη.

