tromaktiko: Τα τρία τέταρτα του κυβερνητικού συμβουλίου δεν πλεονάζει απλά, μα και συνιστά πηγή κρίσιμων προβλημάτων…

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Τα τρία τέταρτα του κυβερνητικού συμβουλίου δεν πλεονάζει απλά, μα και συνιστά πηγή κρίσιμων προβλημάτων…



Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου, είναι ένα θέμα με το οποίο έχω ασχοληθεί και πάλι στο παρελθόν σε διάφορα άρθρα μου. Παρόλα αυτά, μιας και είναι πάντα επίκαιρο, διότι...
διαχρονικά, αν και σχεδόν όλοι επισημαίνουν ότι είναι μεγάλο, εν τούτοις, πάντα προκύπτει ένα υπουργικό συμβούλιο εξαιρετικά πολυπληθές και πολυτελές για τα ελληνικά δεδομένα, αποφάσισα να ασχοληθώ εκ νέου με το θέμα αυτό.

Όμως, το μέγεθος ενός υπουργικού συμβουλίου, δεν είναι μονάχα «σημαντικό» από άποψη «κόστους λειτουργίας» του. Αν αυτού ήταν το πρόβλημα, δηλαδή υπόθεση είκοσι-τριάντα μισθοδοσιών, ίσως και να μην υπήρχε ανάγκη να το πολυσυζητάμε. Το μέγεθος του υπουργικού συμβουλίου αποτελεί όχι «σημαντικό» μα «καθοριστικά κρίσιμο» παράγοντα για την ίδια την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα και την παραγωγικότητα της εύρυθμης λειτουργίας της «δημόσιας μηχανής», διότι επιδρά αποφασιστικά σε όλο το πλέγμα της κρατικής και δημόσιας γραφειοκρατίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Επίσης το μέγεθος επιδρά άμεσα και περισσότερο έμμεσα πλην το ίδιο κρίσιμα, και στην ίδια την σφαίρα της αποτελεσματικής, αποδοτικής και παραγωγικής διοίκησης της δημόσιας οικονομίας, και μέσω αυτής του συνόλου της εθνικής οικονομίας.

Όταν π.χ. καθορίζεται μια κυβερνητική θέση, ας πούμε ενός αναπληρωτή υπουργού που στην ουσία δεν χρειάζεται, αυτός ο ορισμός αναπληρωτή υπουργού δεν είναι κάτι χωρίς συνέπειες. Αυτή η θέση, απαιτεί ένα ιδιαίτερο επιτελείο. Απαιτεί από κάτω, υπηρεσίες (που στην ουσία να δικαιολογούν την ύπαρξη της θέσης) που με τη σειρά τους, απαιτούν ανθρώπους, και κυρίως διαδικασίες και υπευθυνότητες. Αν τώρα η υπουργική αυτή θέση δημιουργήθηκε από πολιτική σκοπιμότητα και όχι από πραγματική και μελετημένη οργανωτική ανάγκη,  τότε, αυτές οι «διαδικασίες» απλά θα συμβάλλουν στην περαιτέρω επιβάρυνση της γραφειοκρατίας, με ό,τι αυτή συνεπάγεται σε όρους διοικητικούς και οικονομικούς. Και σε όλα αυτά, χωρίς να λάβουμε υπόψη τυχόν ανάπτυξη ανταγωνισμών μεταξύ άλλων πιθανώς αναπληρωτών υπουργών στο ίδιο υπουργείο ή και μεταξύ του αναπληρωτή υπουργού και του υπουργού του, που υποτίθεται ότι έχει και την ευθύνη της λειτουργίας του υπουργείου του!

Επίσης, πράγμα καθόλου πιο ήσσονος σημασίας, το ίδιο το μέγεθος του κυβερνητικού συμβουλίου, σε συνδυασμό με την κατάλληλη οργανωτική δομή και τις διαδικασίες που αυτή επιβάλλει, μπορεί να αποτελεί και παράγοντα που να ευνοεί ή να αποτρέπει την διαφθορά στο δημόσιο.

Στον τόπο μας, έχουμε πράγματι μια μακρά αρνητική ιστορία στο ζήτημα αυτό. Οι κυβερνήσεις της χώρας μας, χαρακτηρίζονται από μέγεθος το οποίο είναι δυσανάλογα μεγάλο προς το κατά κανόνα μικρό θετικό έργο και όφελος που παράγουν και προσφέρουν σε αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε «κρατική διοίκηση». Μάλιστα, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο κόμματα που διεκδικούν την εξουσία να διακηρύσσουν τα αρνητικά των πολυπληθών κυβερνητικών συμβουλίων, αλλά είναι τα ίδια που τα καθιέρωσαν και ακόμα χειρότερο, τα ίδια που όταν έρχονται (πάλι) στην εξουσία, απλά, επαναλαμβάνουν το «έθιμο» πάνω στο θέμα αυτό!

Όμως, επειδή σε ένα άρθρο ο χώρος πάντα πιέζει, είμαστε αναγκασμένοι κάποια πράγματα να τα θεωρήσουμε «δεδομένα» και να επικεντρωθούμε απευθείας στο «δια ταύτα». Όπως π.χ., το ερώτημα «τι είναι αυτό που προσδιορίζει το μέγεθος ενός κυβερνητικού οργάνου;», όπως το κυβερνητικό συμβούλιο εν προκειμένω. Είναι φανερό, πως αν θα θέλαμε να επιχειρήσουμε μια απάντηση στο ερώτημα αυτό, που ενδεικτικά τίθεται ανάμεσα σε άλλα επίσης σημαντικά ερωτήματα που ο χώρος δεν μας επιτρέπει να αναφέρουμε, θάπρεπε να παρουσιάσουμε τουλάχιστον τις πιο επικρατούσες «σχολές σκέψης» (που δεν είναι καθόλου απαλλαγμένες ορισμένες φορές από ιδεολογικές παραδοχές, πράγμα που θα πήγαινε τη κουβέντα ακόμα παραπέρα), και εκείθεν να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα, πάντα υποκειμενικά.

Όμως, ενίοτε οι πολίτες μπορούν να έχουν κατασταλαγμένες απόψεις πάνω στο θέμα, με βάση την «πρακτική» εμπειρία τους σε ζητήματα της λειτουργίας του κράτους, όπως οι ίδιοι τα βιώνουν ή τα πληροφορούνται από άλλους πολίτες, ενώ και μια κυβέρνηση, ομοίως, είναι ανάγκη να παίρνει αποφάσεις εδώ και τώρα, χωρίς προηγούμενα να περιμένει η ακαδημαϊκή κοινότητα να ταυτίσει τις απόψεις των μελών της πάνω σε κρίσιμα κοινωνικά, πολιτικά και οργανωτικά ζητήματα, πράγμα καθόλου πιθανό άλλωστε!

Ας ξεκαθαρίσουμε εδώ μονάχα τούτο. Στο επίπεδο ενός κυβερνητικού συμβουλίου, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, είτε μιλάμε για τον δημόσιο είτε για τον ιδιωτικό τομέα, οι οργανωτικές επιλογές προκύπτουν από την «οργανωτική φιλοσοφία» εκείνου που καθορίζει το κυβερνητικό οργανόγραμμα. Επιπλέον, είναι δυνατό έκτακτες σημαντικές συγκυρίες, να επιβάλλουν για τη καλύτερη αντιμετώπισή τους την υπαγωγή της διαχείρισής τους σε ιδιαίτερο κυβερνητικό όργανο. Αλλά και σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, η λύση θα είναι με το να διευρυνθούν οι αρμοδιότητες ενός υφιστάμενου υπουργείου με συγγενή λειτουργική αποστολή, και να ανατεθεί η διαχείριση της συγκυρίας σε ανώτατα υπηρεσιακά όργανα του υπουργείου με την υψηλή πάντα πολιτική εποπτεία του αρμόδιου υπουργού.

Αναφορικά με την «οργανωτική φιλοσοφία», σε ό,τι με αφορά, ας ξεκαθαρίσω τα εξής λίγα όσο και ενδεικτικά θέματα –υπάρχουν κι άλλα που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να ξεκαθαριστούν, όμως, σε τούτο το άρθρο δεν μπορούμε να επεκταθούμε όπως ήδη σημείωσα πέρα από ένα σημείο :

Πρώτον, ότι θα πρέπει να υπάρχει σχετική ενότητα του λεγόμενου «λειτουργικού χώρου ευθύνης» του κάθε υπουργείου, (π.χ., θα ήταν εκτός οργανωτικής λογικής ένα υπουργείο «Εθνικής Άμυνας και Οικονομίας»), και αποκλειστική πολιτική ευθύνη της καλής λειτουργίας από έναν και μόνο έναν πολιτικό προϊστάμενο του υπουργείου, δηλαδή τον κατά περίπτωση αρμόδιο υπουργό.

Δεύτερον, ένας ιδιαίτερα εκτεταμένος αν και ενιαίος «λειτουργικός χώρος ευθύνης», ακριβώς λόγω της ευρύτητάς του, μπορεί να υποδιαιρεθεί σε υποτομείς. Π.χ, ο «χώρος» της οικονομίας είναι ευρύτατος και ποικιλόμορφος. Έχουμε την αγροτική οικονομία, τους μικρομεσαίους, τη βιομηχανία, το εμπόριο, τη ναυτιλία, τον τουρισμό, κ.λπ.. κ.λπ. Θα λέγαμε ότι μάλλον σαν «απόηχος» από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης όπου οι αποκλειστικοί σχεδόν τομείς της οικονομίας ήταν η βιομηχανία και η γεωργία, η μεν γεωργία, αν και με φθίνουσα συμμετοχή στο ΑΕΠ διατήρησε ένα ξεχωριστό υπουργείο, ενώ η βιομηχανία (και το εμπόριο) το έχει χάσει από πολύ καιρό. Την ίδια στιγμή, άλλες οικονομικές δραστηριότητες, όπως η ναυτιλία, ο τουρισμός, οι υπηρεσίες, αύξησαν σημαντικά τη συμμετοχή τους στο ΑΕΠ πράγμα που επέσυρε την εστίαση πάνω τους των κυβερνήσεων, που με ειδικά υπουργεία, υφυπουργεία ή γενικές γραμματείες επιχειρούν να ασκήσουν τη κρατική εποπτεία και έλεγχο πάνω α’ αυτούς τους τομείς. Επίσης η «δημογραφία» των δραστηριοτήτων έχει τη σημασία της. Π.χ., οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, κ.λπ.

Τρίτον, και τελευταίο, το ζήτημα του κόστους λειτουργίας του κυβερνητικού οργανογράμματος, αποτελεί μια παράμετρο που επιβάλλει με τους δεδομένους οικονομικούς περιορισμούς, να πετύχουμε τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα του όποιου προτεινόμενου οργανωτικού σχήματος.

Συνεπώς, πάντα σε ό,τι με αφορά, θα πρότεινα για τα ελληνικά δεδομένα, τα παρακάτω, έχοντας πάντα υπόψη αυτό που ήδη σημείωσα, ότι δηλαδή, στο επίπεδο των προτάσεων σε ζητήματα οργάνωσης της διοίκησης, θα βρείτε τόσες προτάσεις, όσες και οι προτείνοντες. Παρά ταύτα, θα προσθέσω και τις δικές μου απόψεις.

Έχουμε λοιπόν και λέμε :

Πρόταση πρώτη : κατάργηση των αναπληρωτών υπουργών, των υφυπουργών και γενικών γραμματέων (όλες πολιτικές θέσεις με τα νυν ισχύοντα) όπως και των «συμβούλων» που δεν ανήκουν στην ιεραρχία του υπουργείου. Για να το πω ευθέως, οργανωτικά, τους θεωρώ παντελώς χωρίς νόημα και πηγές δημιουργίας διοικητικών προβλημάτων και οικονομικού κόστους χωρίς όφελος ή ανάλογο εν πάση περιπτώσει όφελος. Ο λειτουργικός χώρος του κάθε υπουργείου, όπως είναι γνωστό, ήδη τμηματοποιείται σε Γενικές Διευθύνσεις (που καταλαμβάνονται από  μόνιμους υπαλλήλους του υπουργείου), που αποτελούν και την ανώτατη δυνατή διοικητική βαθμίδα. Συνεπώς, ο υπουργός μπορεί να διοικήσει με συμπαραστάτες ακριβώς αυτές τις Γενικές Διευθύνσεις, ακριβώς όπως ο διευθύνων σύμβουλος μιας μεγάλης εταιρίας, διοικεί έχοντας κάτω απ’ αυτόν ένα ολιγομελή αριθμό ανώτατων στελεχών. Εδώ θα μπορούσα να προτείνω κατά υπουργείο τη σύσταση μιας Επιτροπής Διοίκησης που θα απαρτίζεται από τον υπουργό και τους Γενικούς Διευθυντές του υπουργείου, που θα συνεδριάζει κάθε 15νθήμερο, και η οποία θα ασκεί την εποπτεία για την καλή λειτουργία του υπουργείου και επίσης, με τη συνεπικουρία μιας Επιτροπής Στρατηγικού Σχεδιασμού, θα χαράσσει, θα επιβάλλει και θα παρακολουθεί την εφαρμογή του μακροπρόθεσμου στρατηγικού προγράμματος του υπουργείου, το οποίο θα είναι μέρος του συνολικού εθνικού στρατηγικού προγράμματος της χώρας, και του συνημμένου σ’ αυτό ετήσιου προϋπολογισμού του υπουργείου που κάθε χρόνο θα επικαιροποιείται πάντα όμως εντός των πλαισίων του μακροπρόθεσμου (πενταετούς ας πούμε) στρατηγικού προγράμματος.

Πρόταση δεύτερη : άμεση συγχώνευση των κρατικών και δημόσιων υπηρεσιών που προσφέρουν το ίδιο έργο ή περεμφερές έργο σε μια υπηρεσία το διοικητικό επίπεδο της οποίας θα καθοριστεί και υπαγωγή της στο ενιαίο κέντρο συντονισμού του κυβερνητικού έργου (επ’ αυτού έχω ήδη εκφράσει κάποιες οργανωτικού τύπου προτάσεις στο άρθρο μου «Συντονισμός κυβερνητικού έργου : Τα εύκολα και τα δύσκολα ευσεβών πόθων…» που δημοσίευσα στη Ναυτεμπορική στις 14/8/1997). Ένα πολύ πρόχειρο παράδειγμα για το τι εννοώ. Όταν έγραφα το παραπάνω άρθρο στα 1997, κοιτάζοντας τότε τα οργανογράμματα των υπουργείων εκείνης της εποχής, μου είχε κάνει εντύπωση ο μεγάλος αριθμός των υπηρεσιών (Διευθύνσεων, κ.λπ) που υπήρχαν σε κάθε υπουργείο και είχαν σαν αντικείμενο «μελέτες», που σε πολλές περιπτώσεις ήταν μελέτες πάνω στο ίδιο αντικείμενο. Π.χ., μελέτες μακροοικονομικές, μελέτες τομεακές, μελέτες πάνω σε διάφορα κοινωνικά ζητήματα, κ.λπ. Από την άλλη, έχουμε σε επίσης κρατικές ή γενικότερα δημόσιες υπηρεσίες ή οργανισμούς, παρόμοιες αν όχι τις ίδιες μελέτες, και εν πάση περιπτώσει σκέφτηκα το πολύ απλό, γιατί το κράτος και η κυβέρνησή του, να μην υποστηρίζεται από άποψη μελετών, από ένα ad hoc οργανισμό ή υπηρεσία, αντί αυτός «λειτουργικός χώρος» να είναι διασπαρμένος, κατατετμημένος και κυρίως, γιατί π.χ. μια μελέτη να εκδίδεται από 2 ή 3 η 4 η 5 διαφορετικές υπηρεσίες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται από άποψη κόστους (εδώ : σπατάλης). Ακόμα σκέφτομαι,  δεν θα ήταν δυνατό η (κρατική) Τράπεζα της Ελλάδος, ή ένα (κρατικό) πανεπιστήμιο, ή κάποια άλλη υπηρεσία, να αναλάβει την ευθύνη αυτού του (επιτελικού χαρακτήρα) ενιαίου λειτουργικού χώρου;

Πρόταση τρίτη : με εξαίρεση τα υπουργεία που έχουν λειτουργικούς χώρους ευθύνης που μάλλον δεν αμφισβητείται η «ξεκάθαρη αυτοτέλειά» τους, όπως τα υπουργεία εξωτερικών, εθνικής άμυνας και δικαιοσύνης, ας μου επιτραπούν κάποιες παρατηρήσεις σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα. Νομίζω ότι οι παρακάτω ενοποιήσεις είναι εφικτές λόγω της λειτουργικής τους συνάφειας. Θα δεχτούμε την ύπαρξη ενός υπουργείου οικονομικών, με καθαρά εισπρακτική δικαιοδοσία επί των δημοσίων εσόδων και τη χάραξη πολιτικών και στρατηγικών πάνω στο θέμα αυτό. Το υπουργείο τώρα οικονομίας, θεωρώ ότι πρέπει μεταβληθεί σε κάτι ανάλογο με το πάλαι ποτέ υπουργείο συντονισμού, όμως με ακόμα πιο αναβαθμισμένο ρόλο και εστιασμένο στη χάραξη και την εφαρμογή του μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδίου για την εθνική οικονομία όσο και με την ευθύνη της κατάρτισης των ετήσιων προϋπολογισμών του Κράτους που θα πρέπει να συντάσσονται λαμβάνοντας υπόψη το στρατηγικό σχέδιο, ενώ η ευθύνη υλοποίησης των στόχων του προϋπολογισμού θα ανήκει στο υπουργείο οικονομικών. Στο υπουργείο αυτό, (οικονομίας ή συντονισμού), εκτός από ζητήματα της ναυτιλίας, θα ήταν δυνατό να εξεταστεί και η ενσωμάτωση των λειτουργικών τομέων της αγροτικής οικονομίας και του τουρισμού, μαζί με την βιομηχανία, το εμπόριο και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ειδικώς για το υπουργείο αγροτικής ανάπτυξης, φρονώ ότι ο αγρότης του 21ου αιώνα, δεν είναι πλέον (ή δεν θα έπρεπε να είναι) ο αγρότης του 19ου και του 20ου αιώνα. Είναι επιχειρηματίας, και ως επιχειρηματίας πρέπει να τον αντιμετωπίζει το κράτος, αλλά κι ο ίδιος τον εαυτό του, κι αυτό είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από τη μέριμνα που πρέπει να λαμβάνεται για τον τομέα αυτό, που είναι τόσο ευπαθής στα καιρικά φαινόμενα και επομένως σε αντίστοιχες ζημίες, ενώ ταυτόχρονα παρέχει στον πληθυσμό τα βασικά είδη επιβίωσής του, δηλαδή τη διατροφή του. Όμως αυτή η πραγματικότητα, δεν αναιρεί ίσως τη λογική της προτάσεώς μου παραπάνω. Άλλωστε, για παράδειγμα, η Αγροτική Τράπεζα για παράδειγμα, πολύ πριν την πώλησή της στην Τράπεζα Πειραιώς, είχε ήδη μεταβληθεί σε μια τυπική εμπορική τράπεζα, διατηρώντας παράλληλα κάποιες ειδικές πιστωτικές πολιτικές σε σχέση με τον αγροτικό τομέα. Επιπλέον, είναι δυνατόν να γίνουν και οι παρακάτω ακόμα ενοποιήσεις ή να διατηρηθούν εκεί όπου υπάρχουν : το υπουργείο εσωτερικών με το υπουργείο προστασίας του πολίτη (εδώ και το Λιμενικό Σώμα), το υπουργείο παιδείας θα μπορούσε να γίνει υπουργείο παιδείας, πολιτισμού, εργασίας, έρευνας και τεχνολογίας, και θρησκευμάτων, ενώ τέλος θα μπορούσε να υπάρχει ένα ενιαίο υπουργείο υγείας, κοινωνικής αλληλεγγύης και κοινωνικής ασφάλισης.

Σύνολο προτεινόμενων υπουργείων 8, (αν δεν έχασα κι εγώ τον λογαριασμό), χωρίς κανένα σύμβουλο έξω από την ιεραρχία του κάθε υπουργείου, χωρίς κανένα πολιτικό πρόσωπο ως γενικό γραμματέα, και χωρίς κανένα υφυπουργό ή αναπληρωτή υπουργό. Σ’ αυτά, μπορεί να προστεθεί (ως ένατο) και το υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης (θα πρόσθετα και ενδεχομένως «Αιγαίου») λόγω των ειδικών εθνικών ζητημάτων και ευαισθησιών που έχουμε για τις περιοχές αυτές, που προέρχονται από υπαρκτούς κινδύνους όμορων χωρών που τρέφουν ανιστόρητες εδαφικές διεκδικήσεις. Το υπουργείο αυτό, θα μπορούσε να έχει ένα ουσιαστικό ρόλο σε θέματα διεθνοποίησης των ανιστόρητων αυτών διεκδικήσεων, και εξειδίκευσης της εθνικής μας στρατηγικής, και ων απαραίτητων τακτικών και πολιτικών, σε συνεργασία με το υπουργείο εξωτερικών ενδεχομένως.

Αναφορικά τέλος με το προσωπικό των πλεοναζόντων υπουργείων, υφυπουργείων και γενικών γραμματειών, η πρότασή μου είναι, μέσω ταχύρυθμων σεμιναρίων, και ανάλογα με τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα, να στελεχώσουν υπολειτουργούσες υπηρεσίες του κρατικού μηχανισμού και των ΟΤΑ, όπως π.χ., υπηρεσίες οικονομικές και ελεγκτικές, παιδείας, υγείας, ΚΕΠ (τα οποία πρέπει να αυξηθούν ώστε αν είναι δυνατό, να μην υπάρχει χωριό χωρίς ένα κλιμάκιο των ΚΕΠ), κ.λπ.

Επίσης, όπως έχω ήδη σημειώσει σε παλαιότερο άρθρο μου, είναι αναγκαία η ίδρυση μιας κυβερνητικής υπηρεσίας (είχα προτείνει στο παραπάνω άρθρο μου μια γενική γραμματεία παρά τω πρωθυπουργώ) επιφορτισμένης με την κατάρτιση και υλοποίηση του συνολικού στρατηγικού κυβερνητικού προγράμματος σε όλους τους τομείς δράσης και παρέμβασής του, Είναι μια πρόταση, ή καλύτερα : ένα αδρό πλαίσιο σκέψεων, προς επεξεργασία από κάθε ενδιαφερόμενο….
     



Εδώ σχολιάζεις εσύ!