Θυμάμαι ότι πήγαινα... πρώτη Γυμνασίου (τότε στο Α’ Γυμνάσιο Αρρένων στη Νίκαια).
Θυμάμαι ότι είχα βρεθεί κάποια μέρα μπρος σ’ ένα περίπτερο όπου ήταν κρεμασμένο ένα περιοδικό, που είχε στο εξώφυλλό του την εικόνα ενός αφρικανόπουλου, ίσως στη μισή ηλικία από τη -τότε- δική μου, με πρησμένη κοιλιά.
Από τότε, πέρασαν πάνω-κάτω πενήντα χρόνια.
Μισό αιώνα μετά, αν μου ζητήσουν να περιγράψω ξανά εκείνη την εικόνα, νομίζω ότι δεν θα μου διέφευγε καμία λεπτομέρεια. Και δεν ξεχνώ ποτέ την έκφραση των ματιών εκείνου του παιδιού.
Ήταν η πρώτη γροθιά που αισθάνθηκε το παιδικό μου στομάχι.
Το περιοδικό εκείνο ήταν η «Εικονογραφημένη Ιστορία» του Παπύρου (δεν νομίζω τότε να κυκλοφορούσε άλλο περιοδικό ανάλογης ύλης). Το αγόρασα με το χαρτζιλίκι μου, και τόσο πολύ εντυπώθηκε στο μυαλό και τη ψυχή μου το θέμα εκείνο, της Πείνας, ώστε έκτοτε έψαχνα να βρω παρόμοια θέματα παντού : σε περιοδικά, εφημερίδες, ακόμα και βιβλία. Από τη περίοδο εκείνη, αυτό το θέμα, εγγράφτηκε στη «λίστα» των μόνιμων ενδιαφερόντων μου.
Κάθε νέα επαφή μου με την Μεγάλη Εικόνα της Πραγματικότητας, η οποία θεματολογικά μονοπωλείται από τον Πόνο και τη Δυστυχία, ήταν και μια νέα γροθιά στο στομάχι, κυρίως όταν οι όποιες μελέτες και έρευνες που είχα υπόψη μου έδειχναν πώς δημιουργείται η Αθλιότητα και γιατί δεν αντιμετωπίζεται. Προσπαθούσα πίσω από τις στατιστικές που μας λένε, όχι σήμερα, μα διαχρονικά, πόσες χιλιάδες παιδιά θα πεθάνουν σε όλο τον κόσμο την επόμενη ώρα από πείνα, πόσες χιλιάδες παιδιά θα πεθάνουν την επόμενη ώρα από μια απολύτως αντιμετωπίσιμη ασθένεια στη Δύση με τη λήψη φαρμάκων ενδεχομένως και πολύ φτηνών και διαθέσιμων στο φαρμακείο της γειτονιάς μας, πόσα παιδιά δουλεύουν υπό συνθήκες μεσαιωνικές σε εργοστάσια που κατά τα λοιπά, με τα έτσι επιτυγχανόμενα «μικρά κόστη» «βελτιώνουν» τα εθνικολογιστικά τους μεγέθη και καλούν σε «σύγκλιση» οικονομίες που πληρώνουν «κακομαθημένους» και «σπάταλους» εργαζόμενους, πόσες γυναίκες επίσης δουλεύουν στις ίδιες «αξιοθαύμαστες» επιχειρήσεις με μεροκάματα λίγα ίσως σεντς παραπάνω από αυτά που καταβάλουν στα ανήλικα παιδιά, στατιστικές, που περιέγραφαν δυτικούς αρουραίους να τρέφονται καλύτερα από λιμοκτονούντες πληθυσμούς, στατιστικές που συνέκριναν την κατά κεφαλή δαπάνη για διατροφή οικόσιτων γατών στη Δύση με την αντίστοιχη δαπάνη για ανθρώπους σε κάποια μέρη εκτός Δύσης, για να αποδεχτεί πόσο οι γάτες κατείχαν ανώτερα επίπεδα ευημερίας από ανθρώπους, στατιστικές που έδειχναν και δείχνουν, πώς το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το 80% του παγκόσμιου εισοδήματος, και πάντα, όταν διάβαζα αυτούς τους αριθμούς, προσπαθούσα να μαντέψω τους ανθρώπους που «κρύβονταν» από πίσω : και πάντα, μούρχονταν στο νου η εικόνα εκείνου του αφρικανόπουλου της Μπιάφρα, ή άλλων ανθρώπων, παιδιών και ενηλίκων, οι φωτογραφίες των οποίων τύχαινε να συνοδεύουν τα ρεπορτάζ ή τα άρθρα ή τις μελέτες που αναφέρονταν στη Παγκόσμια Αθλιότητα.
Οι πραγματικές όμως (ανθρωπιστικές) γροθιές, είναι αυτές τις οποίες εισπράττεις όταν η Δυστυχία δεν έχει ακόμα χτυπήσει τη δική σου πόρτα. Όταν δεν σε αφορούν άμεσα.
Όταν ο ανθρωπισμός ξυπνά «επ’ ευκαιρία» του γεγονότος ότι πλέον αρχίζει να εμπλέκεσαι κι εσύ «στην όλη υπόθεση» με κίνδυνο να καταπιεί και σένα αυτή η Αθλιότητα, αυτό στο δικό μου λεξιλόγιο λέγεται απλά «άμυνα» εναντίον του κινδύνου της Αθλιότητας.
Είναι αυτή η άμυνα αδικαιολόγητη;
Όχι!
Είναι τόσο δικαιολογημένη, όσο δικαιολογημένος είναι και ο αγώνας όσων βρίσκονται εντός των ορίων της άφατης Αθλιότητας και επιχειρούν να ξεφύγουν απ’ αυτή.
Η γενικευμένη εξαθλίωση, ασφαλώς και δεν συνιστά προοπτική για τους απλούς ανθρώπους.
Η «ανακατανομή» της εξαθλίωσης, ασφαλώς και δεν συνιστά προοπτική, πόσο μάλλον μια δίκαιη ρύθμιση των πραγμάτων. Η μόνη «ανακατανομή» που είναι νοητή, είναι αυτή μεταξύ αυτών που κατέχουν ό,τι δεν έπρεπε να κατέχουν και αυτών που δεν αναζητούν παρά την επιστροφή των κλοπιμαίων τους.
Μπορούμε να μιλήσουμε έντιμα;
Σήμερα στην Ελλάδα ζούμε μια κατάσταση που δεν είναι μόνο κρίσιμη σε όρους ανθρωπιστικούς, μα και κρίσιμη, πλέον, σε όρους εθνικής ασφάλειας. Αυτό το τελευταίο, ας μην αξιωθούμε να το βιώσουμε ως πραγματικότητα σε ό,τι αφορά τις πιθανές συνέπειές του, διότι τότε, απλώς θα καταβυθιστούμε σε ακόμα μεγαλύτερη ανθρωπιστική και εθνική κρίση.
Αναφέρομαι στη διπλή ανθρωπιστική κρίση, των προσφύγων και των παντοίων μεταναστών (νομίμων και παρανόμων) από τη μια και την δική μας από την άλλη.
Όταν δύο ανθρωπιστικές κρίσεις «ενώνονται» και «συγκρούονται», τότε αυτός ο δίδυμος τυφώνας, μονάχα καταστροφές -των οποίων το μέγεθος δεν μπορούμε καν να υποπτευθούμε- μπορεί να επιφυλάσσει.
Σε ό,τι αφορά την ανθρωπιστική κρίση που βιώνουν πρόσφυγες και μετανάστες στη χώρα μας, ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να την αρνηθεί, και κανείς δεν μπορεί να λέει ότι πρέπει να αφεθούν στο έλεός τους. Όμως, πιστεύω ότι οι όποιες «οριστικές» ρυθμίσεις γίνουν επί του θέματος, εφόσον θα πρόκειται για ρυθμίσεις με εξόφθαλμα μακροχρόνιες όσο και στρατηγικές επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία και στο ελληνικό Κράτος, η Ελληνική Δημοκρατία, οφείλει να τις θέσει στην έγκριση του ελληνικού λαού, με δημοψήφισμα, διότι τέτοια ζητήματα, υπερβαίνουν τα όρια της εξουσιοδότησης που έχουν κόμματα και κυβερνήσεις. Άλλωστε, ως θέση αρχής, πολλά χρόνια τώρα, υποστηρίζω ότι τα μεγάλα εθνικά θέματα (και ως τέτοια θεωρούσα π.χ. και τις μνημονιακές συμφωνίες), πρέπει να τίθενται στη κρίση του ελληνικού λαού. Βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν αναφερόμουν, και δεν αναφέρομαι, σε δημοψηφίσματα - παρωδίες ή και παγίδες, όπως το τελευταίο. Αναφέρομαι σε σοβαρά δημοψηφίσματα, όπως γίνονται σε σοβαρές Δημοκρατίες, εκεί όπου γίνονται.
Για να επανέλθω στις «γροθιές στο στομάχι», στις οποίες συχνά πυκνά τα ΜΜΕ αναφέρονται όταν σχολιάζουν εικόνες των πραγματικά άθλιων συνθηκών διαβίωσης των προσφύγων και λοιπών μεταναστών, δεν μπορώ παρά να είμαι «κουμπωμένος» για πολλούς λόγους, που δεν έχουν να κάνουν με την περιγραφόμενη πραγματικότητα, αυτή δεν αμφισβητείται, μα με τη γνησιότητα του φιλάνθρωπου αισθήματος και συναισθήματος όλων όσων τα προβάλλουν.
Έτσι, για να περιοριστώ μονάχα σε τρία σημεία, το ένα έχει να κάνει με την επιφύλαξή μου σε ό,τι αφορά τις «on camera» εκδηλώσεις της φιλανθρωπίας, το δεύτερο έχει να κάνει με την προβολή της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» και το τρίτο έχει να κάνει με ό,τι θεωρώ ως υποκριτικό ανθρωπιστικό ενδιαφέρον των συστημικών ΜΜΕ.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο από τα παραπάνω σημεία, δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω πέραν της απλής διατύπωσης της επιφύλαξής μου, με αφορμή την «γενική ιστορία» της λειτουργίας των ΜΜΕ, εδώ και διεθνώς, και τον τρόπο που μεταδίδουν ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ «ειδήσεις» και «ρεπορτάζ». Αλλά, επιφυλάξεις διατηρώ και για όσους δέχτηκαν να «πρωταγωνιστήσουν» σε ρεπορτάζ δηλωτικά των εκδηλώσεων του προσωπικού ανθρωπισμού τους, ίσως από μια προσωπική στάση στο θέμα, αφού, αν επρόκειτο να προβώ σε μια πράξη αλληλεγγύης και συμπαράστασης, αν υπήρχε εκεί κοντά κάμερα τηλεόρασης θα περίμενα πρώτα να απομακρυνθεί και ακολούθως να κάνω ό,τι κάνω, και βεβαίως, δεν θα έσπευδα να διαδηλώσω την ενέργειά μου. Την ίδια στιγμή, βεβαίως και δεν αμφισβητώ όλων τον ανθρωπιστικό αυθορμητισμό, έστω και αν έγινε με αυτό τον τρόπο.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σημείο, η υπερπροβολή της ιδιωτικής φιλανθρωπίας, από ΜΜΕ τα οποία έχουν δώσει επιτυχείς εξετάσεις σύμπλευσης με τις πιο άγριες πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού, στην ιδεοληψία του οποίου, ας μη ξεχνάμε, πυρηνική «αξία» κατέχει η κατακρήμνιση του κοινωνικού κράτους, η ιδιωτικοποίηση των πιο κρίσιμων -από ανθρωπιστικής άποψης- λειτουργιών του και η προπαγάνδα της ιδιωτικής φιλανθρωπίας (ουσιαστικά λέει : «βοηθηθείτε μεταξύ σας, διότι το κράτος, δεν έχει καμία κοινωνική αποστολή»), αυτή λοιπόν η υπερπροβολή, που, στο προκείμενο ζήτημα των προσφύγων, προτάσσει ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ την εικόνα του δράματος των μικρών παιδιών, όχι μόνο δεν με πείθει για τον φιλάνθρωπο χαρακτήρα της παρέμβασής τους, μα αντίθετα με εξοργίζει, αυτό που εγώ ερμηνεύω, ως υποκρισία και προπαγάνδα.
Δεν θα μείνω όμως, στο αφελές ερώτημα : «τώρα ξύπνησε ο ανθρωπισμός σας; αυτά τα παιδιά δεν είχαν τα ίδια αθώα μάτια, δεν πείναγαν το ίδιο, η έκφραση του προσώπου τους δεν ανέδυε ένα τεράστιο και αγωνιώδες «γιατί» και όταν ήταν στρατοπεδευμένα -κάτω άραγε από ποιες συνθήκες;- στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, πριν το διασχίσουν και έρθουν σ’ εμάς;».
Προτιμώ να καυτηριάσω αυτό που εγώ ερμηνεύω ως υποκρισία και προπαγάνδα, με βάση τη δική μας ανθρωπιστική κρίση, και με τούτο αναφέρομαι στο τρίτο παραπάνω σημείο. Διότι αυτά τα ίδια «ανθρωπιστικά» ΜΜΕ, προπαγάνδιζαν και εξακολουθούν να προπαγανδίζουν στην Ελλάδα τις μνημονιακές πολιτικές που παρήγαγαν ανθρωπιστική κρίση, που αν εκδηλώνεται εν καιρώ ειρήνης, έχει τη διάσταση κρίσης σε καιρό (στρατιωτικής μορφής) πολέμου. Κι όταν από τη μια δικαιολογείς με κάθε τρόπο τις πολιτικές που παράγουν ανθρωπιστική κρίση, και από την άλλη σπεύδεις να συμπονάς τα θύματα αυτών των πολιτικών, αυτό μου είναι αδύνατο να το ερμηνεύσω διαφορετικά, εξόν ως υποκρισία και προπαγάνδα. Και φυσικά, να θυμίσω ότι το ΕΣΡ, είχε απαγορέψει τη τηλεοπτική μετάδοση των εξαθλιωμένων συμπολιτών μας, διότι τότε, η εικόνα έπληττε την «αξιοπρέπεια» του προβαλλόμενου προσώπου, ενώ σήμερα, η εικόνα των προσώπων των επίσης εξαθλιωμένων προσφύγων, αντίθετα, φαίνεται να επιτελεί κάποια ανθρωπιστική αποστολή ενώ ταυτόχρονα διαφυλάσσει την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που φάτσα κάρτα προβάλλονται στις κάμερες.
Συνεπώς, όταν ακούμε για «γροθιές» στο στομάχι, ας προσέχουμε ποιοι τις επικαλούνται αυτές τις γροθιές, και αν είναι πρόσωπα με δημόσιο λόγο, π.χ., πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καλού κακού ας ψάχνουμε να βρούμε (αν δεν θυμόμαστε), αν ανήκουν σε εκείνους που προπαγάνδιζαν και προπαγανδίζουν πολιτικές που παράγουν ανθρωπιστικές κρίσεις.
Μάλιστα, και μ’ αυτό τελειώνω, μιας και μιλάμε για τη Συρία, ας μη ξεχνάμε, ότι κι εδώ μπορεί να ισχύει αυτό που σημειώσαμε αμέσως παραπάνω για το εσωτερικό της χώρας μας. Θέλω να πω, ότι το «συριακό πρόβλημα», δεν είναι διόλου απαλλαγμένο από τα παιχνίδια που παίζονται εκεί από τη Δύση κυρίως, και δεν γνωρίζω πότε τα (τουλάχιστον συστημικά) ελληνικά ΜΜΕ και οι κυρίαρχες πολιτικές που εκφράζουν είχαν ή έχουν διαφοροποιηθεί ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ από αυτές τις πολιτικές της Δύσης. Όχι μονάχα σε ό,τι αφορά άλλους λαούς, μα και σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον ελληνισμό. Π.χ., Ποιος μπορεί να ξεχάσει πόσο «ενωτικά» εδώ στη χώρα μας, ενώθηκαν κάποιοι ΥΠΕΡ του σχεδίου Ανάν, ενός σχεδίου που καταργούσε το κυπριακό Κράτος και «τέλειωνε» τον κυπριακό ελληνισμό;
Οι πραγματικές γροθιές στο στομάχι, είναι ακριβώς η υποκρισία και η à la cart ανθρωπιστική αλληλεγγύη…
Από τότε, πέρασαν πάνω-κάτω πενήντα χρόνια.
Μισό αιώνα μετά, αν μου ζητήσουν να περιγράψω ξανά εκείνη την εικόνα, νομίζω ότι δεν θα μου διέφευγε καμία λεπτομέρεια. Και δεν ξεχνώ ποτέ την έκφραση των ματιών εκείνου του παιδιού.
Ήταν η πρώτη γροθιά που αισθάνθηκε το παιδικό μου στομάχι.
Το περιοδικό εκείνο ήταν η «Εικονογραφημένη Ιστορία» του Παπύρου (δεν νομίζω τότε να κυκλοφορούσε άλλο περιοδικό ανάλογης ύλης). Το αγόρασα με το χαρτζιλίκι μου, και τόσο πολύ εντυπώθηκε στο μυαλό και τη ψυχή μου το θέμα εκείνο, της Πείνας, ώστε έκτοτε έψαχνα να βρω παρόμοια θέματα παντού : σε περιοδικά, εφημερίδες, ακόμα και βιβλία. Από τη περίοδο εκείνη, αυτό το θέμα, εγγράφτηκε στη «λίστα» των μόνιμων ενδιαφερόντων μου.
Κάθε νέα επαφή μου με την Μεγάλη Εικόνα της Πραγματικότητας, η οποία θεματολογικά μονοπωλείται από τον Πόνο και τη Δυστυχία, ήταν και μια νέα γροθιά στο στομάχι, κυρίως όταν οι όποιες μελέτες και έρευνες που είχα υπόψη μου έδειχναν πώς δημιουργείται η Αθλιότητα και γιατί δεν αντιμετωπίζεται. Προσπαθούσα πίσω από τις στατιστικές που μας λένε, όχι σήμερα, μα διαχρονικά, πόσες χιλιάδες παιδιά θα πεθάνουν σε όλο τον κόσμο την επόμενη ώρα από πείνα, πόσες χιλιάδες παιδιά θα πεθάνουν την επόμενη ώρα από μια απολύτως αντιμετωπίσιμη ασθένεια στη Δύση με τη λήψη φαρμάκων ενδεχομένως και πολύ φτηνών και διαθέσιμων στο φαρμακείο της γειτονιάς μας, πόσα παιδιά δουλεύουν υπό συνθήκες μεσαιωνικές σε εργοστάσια που κατά τα λοιπά, με τα έτσι επιτυγχανόμενα «μικρά κόστη» «βελτιώνουν» τα εθνικολογιστικά τους μεγέθη και καλούν σε «σύγκλιση» οικονομίες που πληρώνουν «κακομαθημένους» και «σπάταλους» εργαζόμενους, πόσες γυναίκες επίσης δουλεύουν στις ίδιες «αξιοθαύμαστες» επιχειρήσεις με μεροκάματα λίγα ίσως σεντς παραπάνω από αυτά που καταβάλουν στα ανήλικα παιδιά, στατιστικές, που περιέγραφαν δυτικούς αρουραίους να τρέφονται καλύτερα από λιμοκτονούντες πληθυσμούς, στατιστικές που συνέκριναν την κατά κεφαλή δαπάνη για διατροφή οικόσιτων γατών στη Δύση με την αντίστοιχη δαπάνη για ανθρώπους σε κάποια μέρη εκτός Δύσης, για να αποδεχτεί πόσο οι γάτες κατείχαν ανώτερα επίπεδα ευημερίας από ανθρώπους, στατιστικές που έδειχναν και δείχνουν, πώς το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το 80% του παγκόσμιου εισοδήματος, και πάντα, όταν διάβαζα αυτούς τους αριθμούς, προσπαθούσα να μαντέψω τους ανθρώπους που «κρύβονταν» από πίσω : και πάντα, μούρχονταν στο νου η εικόνα εκείνου του αφρικανόπουλου της Μπιάφρα, ή άλλων ανθρώπων, παιδιών και ενηλίκων, οι φωτογραφίες των οποίων τύχαινε να συνοδεύουν τα ρεπορτάζ ή τα άρθρα ή τις μελέτες που αναφέρονταν στη Παγκόσμια Αθλιότητα.
Οι πραγματικές όμως (ανθρωπιστικές) γροθιές, είναι αυτές τις οποίες εισπράττεις όταν η Δυστυχία δεν έχει ακόμα χτυπήσει τη δική σου πόρτα. Όταν δεν σε αφορούν άμεσα.
Όταν ο ανθρωπισμός ξυπνά «επ’ ευκαιρία» του γεγονότος ότι πλέον αρχίζει να εμπλέκεσαι κι εσύ «στην όλη υπόθεση» με κίνδυνο να καταπιεί και σένα αυτή η Αθλιότητα, αυτό στο δικό μου λεξιλόγιο λέγεται απλά «άμυνα» εναντίον του κινδύνου της Αθλιότητας.
Είναι αυτή η άμυνα αδικαιολόγητη;
Όχι!
Είναι τόσο δικαιολογημένη, όσο δικαιολογημένος είναι και ο αγώνας όσων βρίσκονται εντός των ορίων της άφατης Αθλιότητας και επιχειρούν να ξεφύγουν απ’ αυτή.
Η γενικευμένη εξαθλίωση, ασφαλώς και δεν συνιστά προοπτική για τους απλούς ανθρώπους.
Η «ανακατανομή» της εξαθλίωσης, ασφαλώς και δεν συνιστά προοπτική, πόσο μάλλον μια δίκαιη ρύθμιση των πραγμάτων. Η μόνη «ανακατανομή» που είναι νοητή, είναι αυτή μεταξύ αυτών που κατέχουν ό,τι δεν έπρεπε να κατέχουν και αυτών που δεν αναζητούν παρά την επιστροφή των κλοπιμαίων τους.
Μπορούμε να μιλήσουμε έντιμα;
Σήμερα στην Ελλάδα ζούμε μια κατάσταση που δεν είναι μόνο κρίσιμη σε όρους ανθρωπιστικούς, μα και κρίσιμη, πλέον, σε όρους εθνικής ασφάλειας. Αυτό το τελευταίο, ας μην αξιωθούμε να το βιώσουμε ως πραγματικότητα σε ό,τι αφορά τις πιθανές συνέπειές του, διότι τότε, απλώς θα καταβυθιστούμε σε ακόμα μεγαλύτερη ανθρωπιστική και εθνική κρίση.
Αναφέρομαι στη διπλή ανθρωπιστική κρίση, των προσφύγων και των παντοίων μεταναστών (νομίμων και παρανόμων) από τη μια και την δική μας από την άλλη.
Όταν δύο ανθρωπιστικές κρίσεις «ενώνονται» και «συγκρούονται», τότε αυτός ο δίδυμος τυφώνας, μονάχα καταστροφές -των οποίων το μέγεθος δεν μπορούμε καν να υποπτευθούμε- μπορεί να επιφυλάσσει.
Σε ό,τι αφορά την ανθρωπιστική κρίση που βιώνουν πρόσφυγες και μετανάστες στη χώρα μας, ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να την αρνηθεί, και κανείς δεν μπορεί να λέει ότι πρέπει να αφεθούν στο έλεός τους. Όμως, πιστεύω ότι οι όποιες «οριστικές» ρυθμίσεις γίνουν επί του θέματος, εφόσον θα πρόκειται για ρυθμίσεις με εξόφθαλμα μακροχρόνιες όσο και στρατηγικές επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία και στο ελληνικό Κράτος, η Ελληνική Δημοκρατία, οφείλει να τις θέσει στην έγκριση του ελληνικού λαού, με δημοψήφισμα, διότι τέτοια ζητήματα, υπερβαίνουν τα όρια της εξουσιοδότησης που έχουν κόμματα και κυβερνήσεις. Άλλωστε, ως θέση αρχής, πολλά χρόνια τώρα, υποστηρίζω ότι τα μεγάλα εθνικά θέματα (και ως τέτοια θεωρούσα π.χ. και τις μνημονιακές συμφωνίες), πρέπει να τίθενται στη κρίση του ελληνικού λαού. Βεβαίως, σε καμία περίπτωση δεν αναφερόμουν, και δεν αναφέρομαι, σε δημοψηφίσματα - παρωδίες ή και παγίδες, όπως το τελευταίο. Αναφέρομαι σε σοβαρά δημοψηφίσματα, όπως γίνονται σε σοβαρές Δημοκρατίες, εκεί όπου γίνονται.
Για να επανέλθω στις «γροθιές στο στομάχι», στις οποίες συχνά πυκνά τα ΜΜΕ αναφέρονται όταν σχολιάζουν εικόνες των πραγματικά άθλιων συνθηκών διαβίωσης των προσφύγων και λοιπών μεταναστών, δεν μπορώ παρά να είμαι «κουμπωμένος» για πολλούς λόγους, που δεν έχουν να κάνουν με την περιγραφόμενη πραγματικότητα, αυτή δεν αμφισβητείται, μα με τη γνησιότητα του φιλάνθρωπου αισθήματος και συναισθήματος όλων όσων τα προβάλλουν.
Έτσι, για να περιοριστώ μονάχα σε τρία σημεία, το ένα έχει να κάνει με την επιφύλαξή μου σε ό,τι αφορά τις «on camera» εκδηλώσεις της φιλανθρωπίας, το δεύτερο έχει να κάνει με την προβολή της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» και το τρίτο έχει να κάνει με ό,τι θεωρώ ως υποκριτικό ανθρωπιστικό ενδιαφέρον των συστημικών ΜΜΕ.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο από τα παραπάνω σημεία, δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω πέραν της απλής διατύπωσης της επιφύλαξής μου, με αφορμή την «γενική ιστορία» της λειτουργίας των ΜΜΕ, εδώ και διεθνώς, και τον τρόπο που μεταδίδουν ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ «ειδήσεις» και «ρεπορτάζ». Αλλά, επιφυλάξεις διατηρώ και για όσους δέχτηκαν να «πρωταγωνιστήσουν» σε ρεπορτάζ δηλωτικά των εκδηλώσεων του προσωπικού ανθρωπισμού τους, ίσως από μια προσωπική στάση στο θέμα, αφού, αν επρόκειτο να προβώ σε μια πράξη αλληλεγγύης και συμπαράστασης, αν υπήρχε εκεί κοντά κάμερα τηλεόρασης θα περίμενα πρώτα να απομακρυνθεί και ακολούθως να κάνω ό,τι κάνω, και βεβαίως, δεν θα έσπευδα να διαδηλώσω την ενέργειά μου. Την ίδια στιγμή, βεβαίως και δεν αμφισβητώ όλων τον ανθρωπιστικό αυθορμητισμό, έστω και αν έγινε με αυτό τον τρόπο.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σημείο, η υπερπροβολή της ιδιωτικής φιλανθρωπίας, από ΜΜΕ τα οποία έχουν δώσει επιτυχείς εξετάσεις σύμπλευσης με τις πιο άγριες πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού, στην ιδεοληψία του οποίου, ας μη ξεχνάμε, πυρηνική «αξία» κατέχει η κατακρήμνιση του κοινωνικού κράτους, η ιδιωτικοποίηση των πιο κρίσιμων -από ανθρωπιστικής άποψης- λειτουργιών του και η προπαγάνδα της ιδιωτικής φιλανθρωπίας (ουσιαστικά λέει : «βοηθηθείτε μεταξύ σας, διότι το κράτος, δεν έχει καμία κοινωνική αποστολή»), αυτή λοιπόν η υπερπροβολή, που, στο προκείμενο ζήτημα των προσφύγων, προτάσσει ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ την εικόνα του δράματος των μικρών παιδιών, όχι μόνο δεν με πείθει για τον φιλάνθρωπο χαρακτήρα της παρέμβασής τους, μα αντίθετα με εξοργίζει, αυτό που εγώ ερμηνεύω, ως υποκρισία και προπαγάνδα.
Δεν θα μείνω όμως, στο αφελές ερώτημα : «τώρα ξύπνησε ο ανθρωπισμός σας; αυτά τα παιδιά δεν είχαν τα ίδια αθώα μάτια, δεν πείναγαν το ίδιο, η έκφραση του προσώπου τους δεν ανέδυε ένα τεράστιο και αγωνιώδες «γιατί» και όταν ήταν στρατοπεδευμένα -κάτω άραγε από ποιες συνθήκες;- στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, πριν το διασχίσουν και έρθουν σ’ εμάς;».
Προτιμώ να καυτηριάσω αυτό που εγώ ερμηνεύω ως υποκρισία και προπαγάνδα, με βάση τη δική μας ανθρωπιστική κρίση, και με τούτο αναφέρομαι στο τρίτο παραπάνω σημείο. Διότι αυτά τα ίδια «ανθρωπιστικά» ΜΜΕ, προπαγάνδιζαν και εξακολουθούν να προπαγανδίζουν στην Ελλάδα τις μνημονιακές πολιτικές που παρήγαγαν ανθρωπιστική κρίση, που αν εκδηλώνεται εν καιρώ ειρήνης, έχει τη διάσταση κρίσης σε καιρό (στρατιωτικής μορφής) πολέμου. Κι όταν από τη μια δικαιολογείς με κάθε τρόπο τις πολιτικές που παράγουν ανθρωπιστική κρίση, και από την άλλη σπεύδεις να συμπονάς τα θύματα αυτών των πολιτικών, αυτό μου είναι αδύνατο να το ερμηνεύσω διαφορετικά, εξόν ως υποκρισία και προπαγάνδα. Και φυσικά, να θυμίσω ότι το ΕΣΡ, είχε απαγορέψει τη τηλεοπτική μετάδοση των εξαθλιωμένων συμπολιτών μας, διότι τότε, η εικόνα έπληττε την «αξιοπρέπεια» του προβαλλόμενου προσώπου, ενώ σήμερα, η εικόνα των προσώπων των επίσης εξαθλιωμένων προσφύγων, αντίθετα, φαίνεται να επιτελεί κάποια ανθρωπιστική αποστολή ενώ ταυτόχρονα διαφυλάσσει την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που φάτσα κάρτα προβάλλονται στις κάμερες.
Συνεπώς, όταν ακούμε για «γροθιές» στο στομάχι, ας προσέχουμε ποιοι τις επικαλούνται αυτές τις γροθιές, και αν είναι πρόσωπα με δημόσιο λόγο, π.χ., πολιτικοί, δημοσιογράφοι, καλού κακού ας ψάχνουμε να βρούμε (αν δεν θυμόμαστε), αν ανήκουν σε εκείνους που προπαγάνδιζαν και προπαγανδίζουν πολιτικές που παράγουν ανθρωπιστικές κρίσεις.
Μάλιστα, και μ’ αυτό τελειώνω, μιας και μιλάμε για τη Συρία, ας μη ξεχνάμε, ότι κι εδώ μπορεί να ισχύει αυτό που σημειώσαμε αμέσως παραπάνω για το εσωτερικό της χώρας μας. Θέλω να πω, ότι το «συριακό πρόβλημα», δεν είναι διόλου απαλλαγμένο από τα παιχνίδια που παίζονται εκεί από τη Δύση κυρίως, και δεν γνωρίζω πότε τα (τουλάχιστον συστημικά) ελληνικά ΜΜΕ και οι κυρίαρχες πολιτικές που εκφράζουν είχαν ή έχουν διαφοροποιηθεί ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ από αυτές τις πολιτικές της Δύσης. Όχι μονάχα σε ό,τι αφορά άλλους λαούς, μα και σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον ελληνισμό. Π.χ., Ποιος μπορεί να ξεχάσει πόσο «ενωτικά» εδώ στη χώρα μας, ενώθηκαν κάποιοι ΥΠΕΡ του σχεδίου Ανάν, ενός σχεδίου που καταργούσε το κυπριακό Κράτος και «τέλειωνε» τον κυπριακό ελληνισμό;
Οι πραγματικές γροθιές στο στομάχι, είναι ακριβώς η υποκρισία και η à la cart ανθρωπιστική αλληλεγγύη…

