Το πένθος είναι μία κατάσταση δύσκολη να την χειριστεί κανείς. Οι ενήλικες έχουμε αναπτύξει...
σε έναν βαθμό ορισμένους μηχανισμούς διαχείρισής του και γνωρίζουμε – σχεδόν πάντα – πώς να αντιδράσουμε στο άκουσμα μιας απώλειας, είτε αυτή προέρχεται από φυσικό θάνατο (θέμα υγείας, ατύχημα) είτε πρόκειται για επιλογή του ατόμου (αυτοκτονία).
Τι γίνεται, όμως, με τα παιδιά; Πώς μπορούν εκείνα να διαχειριστούν τέτοιου είδους καταστάσεις, ειδικά αν ο λόγος για τον οποίο συνέβησαν είναι ακόμα και σε εμάς τους μεγαλύτερους άγνωστος ή ανεξήγητος;
Με αφορμή την δυσάρεστη είδηση της αυτοκτονίας ενός 14χρονου παιδιού μετά από bullying που υπέστη σε πάρτι στην Αργυρούπολη, όπου ήταν καλεσμένος και η οποία συγκλόνισε το πανελλήνιο, η κα. Νάνσυ Ψημενάτου, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας, μας εξηγεί πώς θα προσεγγίσουμε τα παιδιά μας και πώς θα τα βοηθήσουμε να διαχειριστούν μια τέτοια κατάσταση.
"Η αυτοκτονία είναι ένα τραυματικό γεγονός. Από τη φύση του, το πένθος γι’ αυτή είναι περιπλεγμένο, καθώς αυτός ο θάνατος είναι ξαφνικός, απροσδόκητος και άδικος. Ο συνδυασμός του σοκ από την αυτοκτονία και του κοινωνικού στίγματος που τη συνοδεύει έχει ως αποτέλεσμα ένα τεράστιο ψυχικό μούδιασμα, το οποίο μας προφυλάσσει από την υπερβολική ένταση των συναισθημάτων που θα ακολουθήσουν. Το προσωπικό μας σύστημα αξιών, οι θρησκευτικές και οι πνευματικές μας πεποιθήσεις, καθώς και η κοινωνία θα έχουν μια τεράστια επίδραση στον τρόπο που θα πενθήσουμε αυτή την απώλεια. Οι άγραφοι κανόνες που διατηρεί μια κοινωνία είναι το ίδιο δυνατοί με τους γραπτούς.
Όταν κάποιος αυτοκτονεί, τείνουμε να πιστεύουμε ότι το άτομο αυτό διάλεξε τον θάνατο από τη ζωή. Αυτή η ερμηνεία που κάνουμε περιπλέκει τη διαδικασία του θρήνου. Γιατί, όμως, κάποιος να διαλέξει ηθελημένα να βάλει τέλος στη ζωή του; Οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας που επί σειρά ετών ψάχνουν την απάντηση σε αυτή την ερώτηση συμφωνούν ότι οι άνθρωποι που αυτοκτονούν αισθάνονται παγιδευμένοι σε μια κατάσταση που μοιάζει αδιέξοδη. «Δεν διαλέγουν τον θάνατο» αναφέρει ο συγγραφέας John Hewett (1980), «διαλέγουν να δώσουν ένα τέλος στον τεράστιο πόνο που νιώθουν».
Πώς θα εξηγήσουμε σε ένα παιδί τι συνέβη;
Το να μιλήσουμε στα παιδιά και να τους εξηγήσουμε τι συνέβη ίσως να είναι ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε. Παρ’ όλες τις δυσκολίες όμως που θα προκύψουν, είναι απόλυτα αναγκαίο να μην παρακάμψουμε αυτό το βήμα. Η ψυχική τους υγεία και ισορροπία εξαρτάται απόλυτα από αυτές τις συζητήσεις που θα χρειαστεί να επαναληφθούν όσες φορές το παιδί κρίνει αναγκαίο.
Αφού δημιουργήσουμε ένα κατάλληλο περιβάλλον στο οποίο δεν θα υπάρχουν εξωτερικές διακοπές και ενοχλήσεις, ρωτάμε το παιδί για το τι γνωρίζει ήδη για τον θάνατο. Θέτοντας την απλή ερώτηση: «Τι πιστεύεις εσύ ότι έγινε;» θα μπορέσουμε να πάρουμε πληροφορίες για τυχόν παρανοήσεις που έχουν κάνει αλλά θα μάθουμε και για τους φόβους και τις ανησυχίες που έχουν.
Τα παιδιά χρειάζονται λίγο χρόνο να ανακατασκευάσουν μέσα τους τα γεγονότα. Μπορεί να μην μας κάνουν ερωτήσεις αμέσως μετά το συμβάν, αλλά να έρθουν κοντά μας έπειτα από λίγες μέρες. Τα μικρότερα παιδιά τείνουν να είναι πιο ανοιχτά συναισθηματικά, ενώ τα μεγαλύτερα εμποδίζουν τον εαυτό τους να εκφράσει τα συναισθήματά τους, αφού επιδεικνύουν μια επίφαση ωριμότητας που, δυστυχώς, τα εγκλωβίζει. Θα χρειαστεί να απελευθερώσουμε εμείς τα παιδιά, αφήνοντάς τα να μας δουν ευάλωτους. Αυτό σκέφτονται τα παιδιά όταν μας βλέπουν να κλαίμε: «Αν ένας ενήλικος μπορεί να κλαίει, τότε μπορώ και εγώ». Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε και να επικοινωνήσουμε στο παιδί ότι κάποιες φορές δεν υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια και ότι η οικογένεια ή φίλοι ΔΕΝ μπορούσαν να κάνουν κάτι απλά και μόνο γιατί ΔΕΝ γνώριζαν κάτι. Επίσης, χρειάζεται να τονίσουμε ότι η αυτοκτονία δεν είναι απάντηση στα προβλήματα της ζωής.
Πρέπει να θυμόμαστε ότι σε περιπτώσεις που ο θάνατος οφείλεται σε αυτοκτονία πολλές απαντήσεις θα εμπεριέχουν τη φράση: «Ούτε και εγώ ξέρω το γιατί». Αυτή η πραγματικότητα θα γίνει μέρος της αλήθειας του παιδιού, που θα διδαχτεί ένα σπουδαίο μάθημα: «Μπορεί να μην έχουμε όλες τις απαντήσεις σε σημαντικά θέματα. Όμως, μπορούμε να μιλάμε για αυτά που μας απασχολούν και να μάθουμε να αντέχουμε τα συναισθήματά μας αλλά και την ίδια την πραγματικότητα».
Τα συναισθήματα που νιώθουμε ύστερα από μια αυτοκτονία σιγά - σιγά θα μειωθούν σε ένταση. Θα μπορέσουμε με αυτόν τον τρόπο να κάνουμε τις κατάλληλες ενέργειες να προχωρήσουμε, μαζεύοντας τα κομμάτια της ζωής μας. Φυσικά, τα συναισθήματα θα επιστρέφουν, αν όχι το ίδιο πάντως με αρκετή ένταση, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.
Μια απόπειρα αυτοκτονίας μπορεί να πραγματοποιηθεί από τον οποιονδήποτε άνθρωπο. Συμβαίνει σε νέους ανθρώπους, σε ηλικιωμένους, σε πλούσιους ή φτωχούς, σε γυναίκες, άντρες αλλά και παιδιά. Είναι ένα γεγονός ιδιωτικό αλλά και από τη φύση του δημόσιο. Είναι ένα γεγονός κοινωνικό που μας αγγίζει όλους και μας προβληματίζει. Θα αναρωτιόμαστε «τι πήγε στραβά» και ενώ δεν θα μπορέσουμε να βρούμε την απάντηση είναι χρήσιμο να μην αποφύγουμε την ερώτηση. Καλό είναι όποια θέση και αν πάρουμε απέναντι σε αυτό το γεγονός να αντανακλά τη ψυχραιμία μας και το σεβασμό μας καθώς εμείς είμαστε τα πρότυπα για τα παιδιά μας. Ότι βλέπουν απλά, αυτό θα κάνουν".
Πηγή